Ο Carl Jung για τους δασκάλους

Ο Carl Jung για τους δασκάλους
"Ο καθένας μας θυμάται με σεβασμό τους καλούς δασκάλους του αλλά με ευγνωμοσύνη αυτούς που κατάφεραν να αγγίξουν την ψυχή μας. Το σχολικό πρόγραμμα είναι ένα απαραίτητο υλικό αλλά η ζεστασιά είναι το βασικό ζωτικό στοιχείο τόσο για ένα αναπτυσσόμενο φυτό όσο και για την ψυχή ενός παιδιού." (Ο Carl Jung για τους δασκάλους)

Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

Η Παιδαγωγική του και το Παράδειγμα του Ολοήμερου Σχολείου


της Ναυσικά Τσιμά

Η έναρξη της σχολικής χρονιάς αντιμετωπίζεται από μερίδα μαθητών με αίσθημα ραθυμίας. Οι καλοκαιρινές διακοπές έχουν μόλις τελειώσει και η διέλευση της πόρτας του προαυλίου χώρου σηματοδοτεί την έναρξη μίας μάλλον κοπιαστικής η/ και άχαρης περιόδου –ειδικά αν τη συγκρίνει κανείς με αυτή που προηγήθηκε. Πολλές ερμηνείες έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς για να ερμηνευθεί αυτή η απροθυμία κι’ όντως πρόκειται για ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο: δυσκολίες προσαρμογής κυρίως στις μικρότερες ηλικίες, αντιαισθητικά κτήρια και ανεπαρκείς υποδομές, ανέμπνευστα προγράμματα κοκ. Ωστόσο, το παρόν άρθρο θα σταθεί σε μία μάλλον υποτιμημένη παράμετρο κι’ αυτή είναι το γεγονός πως ο σύγχρονος άνθρωπος δε γνωρίζει ούτε τι είναι, μήτε πώς να διαχειριστεί, αυτό που ονομάζουμε “ελεύθερο χρόνο”. Μία σειρά λαθών και παραλείψεων δημιουργεί στρατιές κουρασμένων παιδιών και κατ’ επέκταση κουρασμένων ενηλίκων, που ιδέα δεν έχουν τι ακριβώς να κάνουν με τη ζωή που τους προσφέρθηκε.

Το πώς ακριβώς ορίζεται ο ελεύθερος χρόνος δε μπορεί να ειπωθεί με ακρίβεια. Πρόκειται για υποκειμενικό φαινόμενο, όπως και η αντίληψη του χρόνου καθαυτή, άσχετα από το τι υποδεικνύουν τα όργανα μέτρησης. Παράλληλα, καθορίζεται από μία σειρά κριτηρίων που διόλου δεν έχουν να κάνουν με το χρόνο αλλά με διάφορα κριτήρια όπως π.χ. η γεωγραφική περιοχή στην οποία τοποθετούμε το ζήτημα. Χαρακτηριστική ως προς την πολυπλοκότητα του φαινομένου και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η αντίστοιχη ποικιλία των όρων και των σημασιών τους ανάλογα με τη χώρα. Αναφέρει στην διατριβή του ο Θωΐδης Ιωάννης:

«Στη γερμανική γλώσσα ο παλαιότερος όρος die Müsse αναφέρεται σε μία ποιοτική διάσταση του ελεύθερου χρόνου και διαχωρίζεται εμφανώς από το νεότερο όρο die Freizeit ο οποίος αποδίδει την ποσοτική διάσταση του ελεύθερου χρόνου. Αντίθετα ο γαλλικός όρος loisir και ο αγγλικός leisure δε μας επιτρέπουν να ξεχωρίσουμε αν πρόκειται για ελεύθερο από την εργασία χρόνο ή για χρόνο με συγκεκριμένα ποιοτικά περιεχόμενα. Στην αγγλική γλώσσα ωστόσο με τους όρους spare time, free time και New leisure και στη γαλλική με τον όρο temps libre σε πολλές περιπτώσεις γίνεται διαχωρισμός από τους όρους leisure και loisir αντίστοιχα».

Όμοια, στη δική μας γλώσσα μιλάμε διαφορετικά ανά περιπτώσεις ή/ και περιστάσεις ελεύθερου χρόνου. Σε γενικές πάντως γραμμές πρόκειται για χρόνο που δεν είναι δεσμευμένος, ούτε εξαρτημένος από εξωγενείς παράγοντες –ενός είδους “υπόλοιπο”.

Όψεις του Ελεύθερου Χρόνου

Ιστορικά μιλώντας, στο πέρασμα του χρόνου, η αντίληψη μας για τον ελεύθερο χρόνο μπορεί να ειπωθεί πως περνά μέσα στάδια διαμόρφωσης, αντίστοιχα με το πώς διαμορφώνεται οι έννοιες της εργασίας και της ελευθερίας. Η σύγχρονες αντιλήψεις για τον ελεύθερο χρόνο έχουν συνυφανθεί με αυτές της κληροδοτημένες απόψεις οι οποίες σήμερα παρουσιάζονται υπό τους όρους της δικής μας εποχής.

Στην Αρχαία Ελλάδα μιλούσαν για «σχόλη». Η λέξη δήλωνε χρόνο απαλλαγμένο από εργασία –με την κοινώς νοούμενη σημασία– που αφιερωνόταν στην προετοιμασία ενός ανθρώπου για να συμμετέχει στην κοινωνία ως πολίτης. Για εκείνη λοιπόν την περίοδο, μιλάμε για ένα κομμάτι χρόνου το οποίο είναι αφιερωμένο σε ποικίλες εκπαιδευτικές διαδικασίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν η προσδοκία για μία κοινωνικοπολιτκή τρόπο τινά μόρφωση, με μαθήματα όπως π.χ. η απόκτηση επιδεξιότητας στη ρητορική. Μάλιστα, στο Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας, μας παραδίδεται η πληροφορία ότι η λέξη «Σχολή» προέρχεται ακριβώς από τη λέξη «σχόλη». Το προνόμιο της σχόλης, σαφώς δεν φορούσε μεγάλο μέρος της κοινωνίας και μας μαρτυρά την απαρχή της μετάβασης σε ενός είδους εξορθολογισμού της εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι δεν ορίζουν πια τα φυσικά φαινόμενα και το φυσικό σύστημα των εποχών τις περιόδους ανάπαυσης και εργασίας αλλά ο τρόπος με τον οποίο σκέπτεται και πράττει ο άνθρωπος.

Οι Ρωμαίοι, εδραιώνουν τη διάκριση ανάμεσα σε ιδιωτικό και δημόσιο, έτσι αντίστοιχα έχουμε δύο χώρους στους οποίους υφίσταται η έννοια της σχόλης. Ιδιωτικό χώρο και χρόνο (και συνεπώς ιδιωτικό ελεύθερο χρόνο) είχαν μόνο τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Τι θα γινόταν όμως με το δημόσιο χώρο και χρόνο; Οι αυτοκράτορες κατανόησαν από πολύ νωρίς ότι η παραγωγή του δικού τους πλούτου και ελεύθερου χρόνου προέρχεται από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα τα οποία εργάζονται. Ευφυώς λοιπόν σκέφτηκαν ότι θα μπορούσαν εις αεί να εκμεταλλεύονται το προνόμιο αυτό αν επέτρεπαν στα κατώτερα αυτά στρώματα να νομίζουν ότι παίρνουν πίσω μέρος της παραγωγής τους και με κάποιο τρόπο να απολαμβάνουν τα ίδια προνόμια. Έτσι προέκυψαν τα περίφημα “θεάματα”, καθιερώνεται με άλλα λόγια η γιορτή στο δημόσιο χώρο, που όμως δε συνδέεται με τη συμμετοχή σε ένα κοινωνικό δρώμενο όπως παλαιότερα, αλλά συνδυάζεται με την επίδειξη πλούτου και πολυτέλειας. Αντίστοιχα, και η σημασία της σχόλης στον δημόσιο ελεύθερο χρόνο λαμβάνει τη σημασία της συμμετοχής σε μία φιέστα: ο εργαζόμενος της εποχής εκείνης, πιστεύει ότι η αυτοκρατορία έχει μεριμνήσει για αυτόν επειδή του επιτρέπει χωρικά και χρονικά να επιδοθεί σε μία άνευ ορίων σπατάλη ενέργειας.

Στο Μεσαίωνα, εποχή κατά την οποία η εργασία ανάγεται σε αυτοσκοπό ως “θεία αποστολή”, το πώς θα κατανεμηθεί ο χρόνος ορίζεται από την καμπάνα. Είναι ακριβώς αυτή η εποχή στην οποία συναντάμε το λεκτικό σχήμα «ελεύθερος χρόνος» που σήμαινε, ό,τι λίγο-πολύ και για ένα σημερινό μαθητή: χρόνος μετά από τη διδασκαλία. Η ανάγκη για θρησκευτικό έλεγχο, συνδέει τον ελεύθερο χρόνο με την αγαθοεργία και την κατήχηση, ενώ παράλληλα διατηρούνται τα ρωμαϊκά θεάματα, φιλτραρισμένα όμως υπό το προαναφερθέν θρησκευτικό πλαίσιο. Ως ιδιαίτερης βαρύτητας ζήτημα θα αναχθεί βέβαια από τους Διαφωτιστές και είναι αυτή η εποχή που θα εδραιωθεί η χρήση του όρου. Ο ελεύθερος χρόνος σημαίνει “ελεύθερο πνεύμα” και διόλου τυχαία ο Αιμίλιος του Ρουσσώ λαμβάνει την εκπαίδευση του σε χρόνο ελεύθερο. Αντίστροφα, ως “ελεύθερος άνθρωπος” νοείται αυτός που διαθέτει ελεύθερο χρόνο. Μία πληθώρα παιδαγωγών, φιλοσόφων και επιστημόνων θα ασχοληθούν με το ζήτημα, δεδομένου ότι πάνω σε αυτής της ποιότητας τους ανθρώπους, στηρίζονται οι ελπίδες για την πολυπόθητη κοινωνική αλλαγή.

Τελευταίος σταθμός είναι η βιομηχανική περίοδος. Εδώ, ο ελεύθερος χρόνος θα ταυτιστεί με τη μη χειρονακτική εργασία, σηματοδοτώντας τις απαρχές ενός άλλου είδους εργασίας, της πνευματικής. Αυτή, δεν γίνεται κατανοητή αρχικά ως τέτοια: υποτίθεται ότι οι εγγράμματοι γενικά άνθρωποι άνηκαν σε μία ανώτερη κάστα, επειδή δε δούλευαν με τα χέρια.1 Έτσι, η εργασία γίνεται όχι μόνο μέθοδος βιοπορισμού, αλλά και κοινωνικής ανέλιξης. Χρόνια αργότερα θα δούμε ότι διαφορά μεταξύ εργάτη του άστεως και χωριού δεν υπάρχει άλλη, πλην του περιβάλλοντος εργασίας (ο ένας στην «πολιτισμένη» κοινωνία, ο άλλος στη φύση). Η ψευδαίσθηση μίας κοινωνικής ανόδου προκύπτει από αυτή τη διαφοροποίηση. Ταυτόχρονα η έμφυτη ανάγκη του ανθρώπου να μετάσχει στα δρώμενα που τον περιβάλλουν τον οδηγεί στις ημέρες μας στην επιθυμία για όλο και περισσότερη δουλειά, διότι το ο,τιδήποτε τον περιβάλλει μεταφράζεται σε ένα ισοδύναμο χρηματικό αντίτιμο, είτε τα στοιχειώδη όπως η αξιοπρεπής τροφή, είτε τα ουσιώδη όπως η κοινωνική ταυτότητα. Φθάνοντας στην ακμή της βιομηχανικής εποχής, ο ελεύθερος χρόνος είναι πολυτέλεια και μία σειρά ασχολιών που δεν αποφέρουν χρήματα είναι απλώς πάρεργα. Η έλλειψη ορίων θα ενισχυθεί από μία εκ των σπουδαιότερων εφευρέσεων της εποχής, τον ηλεκτρικό λαμπτήρα, γεγονός που θα διαφοροποιήσει ριζικά την έως τότε αντίληψη του χρόνου.

Στην εποχή της οικονομικής κρίσης, η υποχρεωτική ανεργία και η υποαπασχόληση ή όποιο άλλο υβριδικό τερατούργημα έχει ακούσει καθείς από μας (ακόμη και, άκουσον, η αναπηρία!) συχνά εξωραΐζονται υπό την ταμπέλα “υποχρεωτικός ελεύθερος χρόνος” –ενδεικτικό μίας παντελούς έλλειψης αναλογιών στην οποία έχουμε περιέλθει. Η αδυναμία μας να διακρίνουμε τα πράγματα μεταφράζεται σε κωμικοτραγικές σκηνές, όταν κάνουμε το σπίτι μας γραφείο και το γραφείο, σπίτι. Ο όποιος, λιγοστός ελεύθερός μας χρόνος ξοδεύεται όπως γινόταν κάποτε στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία –μόνο που για εμάς τη θέση της αρένας την έχει καταλάβει η τηλεόραση. Οι δε διακοπές μας είναι αυτό ακριβώς που δηλώνει η λέξη, την οποία χρησιμοποιούμε πλέον μόνιμα για το διάστημα ελεύθερου χρόνου που υπερβαίνει τις μερικές ώρες: διακοπή από τα πάντα.

Ο ρόλος της παιδαγωγικής του ελεύθερου χρόνου.

Η περίπτωση του ολοήμερου σχολείου.

Η σύγχρονη Παιδαγωγική σοφά αντιλήφθηκε ότι η ανικανότητα μας να διαχειριστούμε το χρόνο ξεκινά πολύ πιο πριν δηλαδή, από εκείνο το παιδί που μίζερα σηκώνει τη σάκα του για να πάει σχολείο. Πρόκειται για το παιδί το οποίο δεν έχει καθοδηγηθεί στη διαχείριση του χρόνου. Κατ’ επέκταση ως ενήλικας θα αγνοεί την έννοια της αυτοδιάθεσης και ποτέ δε θα μπορέσει να κατανοήσει την ποικιλομορφία των αναγκών του και πώς να τις ιεραρχήσει –είναι με απλά λόγια, ένας δυστυχής άνθρωπος. Αν θεωρήσουμε ότι υφίσταται μία κλίμακα από την καθολική απραγία ως την εξαντλητική εργασία, μιλάμε για ένα μεγάλο αριθμό καταστάσεων, οι οποίες είναι καθ’ όλα θεμιτές για τον οποιονδήποτε από εμάς, αναλόγως με το πότε συμβαίνουν και πόσο διαρκούν –απλώς, ποτέ δε μας το δίδαξαν αυτό. Σε συνδυασμό λοιπόν με την Κοινωνιολογία διάφοροι επιστήμονες άρχισαν να επισημαίνουν και να μελετούν το φαινόμενο, με αποτέλεσμα δίπλα στην κοινώς νοούμενη παιδαγωγική του σχολείου να εμφανιστεί επίσης, η παιδαγωγική του ελεύθερου χρόνου.

Στις αρχές του 20ου αιώνα με τον όρο “ελεύθερος χρόνος” νοούνταν τα σχολικά διαλείμματα και οι γιορτές, ωστόσο γρήγορα η σημασία αυτή διευρύνθηκε και ήδη από το 1924 που η έκφραση θεωρείται καθιερωμένη για το χώρο των Παιδαγωγικών, γίνεται ουσιαστικά αναφορά και στις εκτός σχολείου δραστηριότητες. Στον έναν περίπου αιώνα που διανύσαμε έκτοτε έχουν διαμορφωθεί δύο κατευθύνσεις της λεγόμενης Κοινωνικής Παιδαγωγικής. Αφενός υπάρχει η ‘κύρια’ όταν ο ελεύθερος χρόνος εξετάζεται ως ξεχωριστό πεδίο. Αφετέρου η δευτερεύουσα ή Σχολική Παιδαγωγική του ελεύθερου χρόνου, που όπως υποδεικνύει το όνομα της λειτουργεί συμπληρωματικά ως προς την Γενική Παιδαγωγική και έχει ως στόχο να ισορροπήσει την αυστηρότητα του παραδοσιακού σχολικού προγράμματος από τη μια, με την προσφορά πεδίων ελευθερίας από την άλλη. Σε αυτή τη δεύτερη κατεύθυνση εντάσσεται η έννοια του ολοήμερου σχολείου.

Υφίσταται δυσκολία ορισμού στο τι είναι το ολοήμερο σχολείο. Στην πράξη σημαίνει ότι ένα παιδί παραμένει και απασχολείται στο χώρο του σχολείου περισσότερες ώρες αντί για τις 14:00 –για την περίπτωση της Ελλάδας και τα ημί-ολοήμερα σχολεία, ως τις 16:15. Για την ακρίβεια, υπάρχουν πολλοί τύποι ολοήμερου σχολείου σήμερα, σε διάφορες χώρες όπως η Αγγλία και η Ισπανία, καθώς το συγκεκριμένο σύστημα εφαρμόζεται ήδη από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και έχει ήδη εξελιχθεί αρκετά. Αυτό το μεγαλόπνοο σχέδιο γνωστικής και κοινωνικής μάθησης σε ενιαίο πλαίσιο υπό τη σκέπη του σχολικού κτηρίου, προτάθηκε στη χώρα μας για πρώτη φορά το 1985. Αμέσως το επόμενο σχολικό έτος είχε αποφασιστεί η λειτουργία δοκιμαστικών τμημάτων απασχόλησης παιδιών των τριών πρώτων τάξεων του δημοτικού σχολείου, των οποίων αμφότεροι οι γονείς εργάζονται. Η εφαρμογή του θεσμού έκτοτε διευρύνθηκε και ακόμη και η φετινή σχολική χρονιά ξεκίνησε με την ανακοίνωση 800 ολοήμερων δημοτικών σχολείων, υπό αναμορφωμένο πρόγραμμα και διδακτικό ωράριο. Εικαστικά, μουσική, νέες τεχνολογίες και περιβάλλον είναι ενδεικτικά μερικοί από τους κλάδους οι οποίοι προσφέρονται για απασχόληση των παιδιών στο χρόνο πέραν του υποχρεωτικού ωραρίου.

Αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του ολοήμερου σχολείου

Όπως αναφέρει η Φούλη Παπαγεωργίου, στην Ελλάδα, ο ελεύθερος χρόνος ως διασκέδαση, αναψυχή και πολιτιστικές δραστηριότητες αποκτά μία νέα σημασία μετά το 1980 όταν και γίνεται σύμβολο μίας πιο απελευθερωμένης και ουσιαστικής ζωής. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα μίας συνηθισμένης πρακτικής των γονέων τότε, που συνήθιζαν να παρέχουν στα παιδιά τους απασχόληση με πολιτιστικό περιεχόμενο για το χρόνο τους εκτός σχολείου, θεωρώντας ότι με τον τρόπο αυτό αναβαθμίζεται όχι μόνο η εκπαίδευση του παιδιού, αλλά και η ίδια η δημόσια εικόνα της οικογένειας. Από τότε έως σήμερα πολλά έχουν μεσολαβήσει και οι ανάγκη για ποιοτικό ελεύθερο χρόνο εκφράζεται διαρκώς εντονότερα. Επομένως, ως βήμα και ως πρόθεση μόνο θετικά μπορεί να χαιρετιστεί η όλη προσπάθεια, για δημόσια πλέον μέριμνα στο τι συμβαίνει στον ελεύθερο χρόνο. Ωστόσο η γνώση του τι συμβαίνει στην ελληνική πραγματικότητα δε μπορεί παρά να κάνει τον κάθε εκπαιδευτικό, τον κάθε γονέα και εν τέλει τον κάθε πολίτη να αντιμετωπίζει το ερώτημα για αποτελεσματικότητα των καλών προθέσεων με σκεπτικότητα.

Δύο είναι οι μεγάλες ομάδες στις οποίες μπορεί να ενταχθεί η όποια προβληματική αναδεικνύεται αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα: η πρώτη αφορά το τυπικό κομμάτι των προδιαγραφών λειτουργίας και η δεύτερη το ουσιαστικό του περιεχομένου των μαθημάτων. Η αγωνία όλων αυτών των ανθρώπων συνοψίζεται σε μία εύστοχη φράση τους: «το ολοήμερο σχολείο δεν είναι απλώς ένα επιπλέον σχολείο, αλλά ένα σχολείο διαφορετικό». Σε ό,τι αφορά το πρώτο κομμάτι, είναι μάλλον ευνόητο ότι η υλοποίηση του προγράμματος του ολοήμερου σχολείου χρήζει υποδομών και στελέχωσης από επαρκές προσωπικό. Η απαίτηση βέβαια για προσωπικό, μόνο ως κακόγουστο ανέκδοτο μπορεί να εκφραστεί την εποχή συρρίκνωσης του δημόσιου τομέα, των περικοπών και του ‘συμμαζέματος’. Όσο για την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει τα δημόσια σχολεία της χώρας, αντί άλλου σχολίου ας μεταφερθεί εδώ μία από τις απορίες των γονέων του 8ου δημοτικού Βύρωνα, που στο σύνολό τους εκφράστηκαν δημόσια ως ανακοίνωση του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων, πώς στην ευχή θα κρατούν τα παιδιά τόσες ώρες σε ένα σχολείο που δεν έχει μήτε αξιοπρεπείς τουαλέτες (;) Έπειτα, υπάρχει και το ουσιαστικό, όπως αναφέρθηκε κομμάτι, με τις μεγαλύτερες ενστάσεις να συγκεντρώνουν τα λεγόμενα μαθήματα πολιτισμού. Βρισκόμαστε σε μία χώρα και μία περίοδο στην οποία θα έπρεπε ο πολιτισμός να είναι πρωτεύον ζήτημα δημόσιας μέριμνας. Αντί αυτού, όλη μας φροντίδα αναλώνεται στην επιβολή εκμάθησης π.χ. πέντε-έξι χορών, σε χρόνο “τσόντα” του υποχρεωτικού προγράμματος και μάλιστα σε ώρες στις οποίες (ιδία για την Ελλάδα με τα υπέροχα ανοιξιάτικά μεσημέρια της) ο μαθητής έχει αρχίσει και “κατεβάζει βλέφαρα”, όπως λέγεται στην καθομιλουμένη εκπαιδευτική γλώσσα.

Επίλογος

Το πρόβλημα διαχείρισης του ελεύθερου χρόνου είναι πιο ευρύ από την καθιέρωση και την ομαλή λειτουργία μερικών δεκάδων θεσμών. Στην ευρύτητά του αυτή περικλείει όλο το περιβάλλον του παιδιού είτε αυτό μεταφράζεται ως πρόσωπα, είτε ως χώρος. Διότι είναι άξιον απορίας, πώς το παιδί θα εκτιμήσει τη φύση για παράδειγμα και θα αναζητήσει εκεί να περάσει ποιοτικό χρόνο, όταν στη γειτονιά του δεν έχει μήτε μία παιδική χαρά ή ένα πάρκο. Ώρες ολόκληρες σχολικής εκπαίδευσης δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την εμπειρία του να σκαρφαλώνεις σε ένα δέντρο και αποκαμωμένος να ξεκουράζεσαι έπειτα στον ίσκιο του. Μήτε ποτέ θα διδαχθεί τη σημασία του χρόνου που αφιερώνουμε στη φροντίδα του σώματος μας, σε όσες ώρες φυσικής αγωγής και αν υποβληθεί, αν δε μάθει τι θα πει σπιτικό φαγητό, καθώς ο γονέας (ειδικά η μητέρα) είναι υποχρεωμένος λόγω συνθηκών να απουσιάζει μόνιμα από το σπίτι. Δε θα μάθει ότι την ώρα της ανάπαυλας διαδέχεται η ώρα της ενασχόλησης με κάτι κι’ αντίστροφα, για να έχουν αμφότερα νόημα. Ύστερα, τρέχουμε είτε ατομικά, είτε συλλογικά, να περισώσουμε ό,τι τυχόν δεν κάηκε ολοσχερώς και αναρωτιόμαστε για το πού οδεύουμε ως κοινωνία.

Αφιερωμένο στα παιδιά της γειτονιάς μου στο κέντρο της Αθήνας, που περνούν τα απογεύματα τους (θερινά και χειμερινά) κάνοντας ποδήλατο, σκοινάκι και κυνηγητό, εγκλωβισμένα σε μία πυλωτή πλάτους μόλις λίγων μέτρων. z

Βιβλιογραφία

Θωϊδης Δ. Ιωάννης, Σχολείο και Ελεύθερος Χρόνος, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Α.Π.Θ., Φλώρινα 2000.

Κορωναίου Αλεξάνδρα, Κοινωνιολογία του Ελεύθερου Χρόνου, 1996.

Παπαγεωργίου Φούλη, Leisure Policy in Greece, 1996.

1 Το δικαίωμα του ελεύθερου χρόνου για αυτές τις ‘χαμηλότερες’ τάξεις, αν και θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο, γνωρίζουμε όλοι το γεγονός ότι χρειάστηκε να διεκδικηθεί επώδυνα δηλαδή, πολιτικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου