Ο Carl Jung για τους δασκάλους

Ο Carl Jung για τους δασκάλους
"Ο καθένας μας θυμάται με σεβασμό τους καλούς δασκάλους του αλλά με ευγνωμοσύνη αυτούς που κατάφεραν να αγγίξουν την ψυχή μας. Το σχολικό πρόγραμμα είναι ένα απαραίτητο υλικό αλλά η ζεστασιά είναι το βασικό ζωτικό στοιχείο τόσο για ένα αναπτυσσόμενο φυτό όσο και για την ψυχή ενός παιδιού." (Ο Carl Jung για τους δασκάλους)

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

Αφιέρωμα στις επιπτώσεις της οικονομικής πολιτικής στην εκπαίδευση: Τι έχασε, τι έχει, τι της πρέπει


Σκοπός του αφιερώματος αυτού είναι να αναδείξει και να αναλύσει διεξοδικά όψεις των επιπτώσεων της οικονομικής πολιτικής που ακολουθεί με συνέπεια και η νέα κυβέρνηση σε ποικίλους τομείς της εκπαίδευσης.

Είναι προφανές ότι δεν εκτιμώνται τα πάντα μόνο με οικονομικούς όρους, ούτε η εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων για την εκπαίδευση οδηγεί αυτόματα και στην αναβάθμιση της εκπαίδευσης.

Από την άλλη πλευρά, όμως, είναι αναντίρρητο ότι η επαρκής οικονομική στήριξη της εκπαίδευσης αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για την επιδίωξη ενός τέτοιου στόχου.

Άλλωστε η διεθνής εμπειρία έδειξε ότι στις χώρες όπου εφαρμόστηκαν ανάλογες πολιτικές οι συνέπειες στην εκπαίδευση, και ειδικότερα σε ό,τι αφορά την ισότιμη πρόσβαση όλων των παιδιών στα μορφωτικά αγαθά, υπήρξαν καταστροφικές.

Στο παρόν τεύχος γίνεται καταρχάς μια γενική αναφορά στο όλο ζήτημα. Στη συνέχεια εξετάζονται οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης και της πολιτικής των Μνημονίων στις δαπάνες για την εκπαίδευση (προϋπολογισμός του 2012), στην εκπαίδευση των ελληνόπουλων της ομογένειας, στις δομές συμβουλευτικής και προσανατολισμού και στους συμβουλευτικούς σταθμούς νέων.

Επιδίωξή μας είναι να συνεχίσουμε το αφιέρωμα σε επόμενα τεύχη του ΠκΚ αναδεικνύοντας και άλλες πλευρές των εκπαιδευτικών προβλημάτων που δημιούργησε ή όξυνε η κρίση.

Οι σοβαρές δυσλειτουργίες και τα μεγάλα προβλήματα στην εκπαίδευση φάνηκαν με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς. Ήδη πριν τον καθιερωμένο αγιασμό η ηγεσία του Υπ. Παιδείας με μεγάλη ευκολία και άνεση έκανε λόγο για «τεράστιες δυσκολίες» και για τη «δυσκολότερη μεταπολεμική σχολική χρονιά». Απέφυγε να αναγνωρίσει, ωστόσο, τις μεγάλες ευθύνες που χρεώθηκε -όπως και συνολικά η κυβέρνηση- καθώς, ακολουθώντας με συνέπεια την κατεδαφιστική πολιτική των Μνημονίων, οδήγησε την εκπαίδευση στην τραγική σημερινή κατάσταση.

Αυτή την πολιτική ανέλαβε σήμερα να συνεχίσει και να ενισχύει η νέα, τρικομματική κυβέρνηση, με τη συμμετοχή και τις ευλογίες της ακροδεξιάς. Μια συναινετική πολιτική σε πλήρη ευθυγράμμιση με τους στρατηγικούς στόχους της νεοφιλελεύθερης εκπαιδευτικής πολιτικής της ΕΕ και του ΔΝΤ, προανάκρουσμα της οποίας υπήρξε η συντηρητική συναίνεση στον τελευταίο νόμο για τη δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση, που ευθέως την υπονόμευσε και την κατέστησε υποχείριο της αγοράς.

Το εκπαιδευτικό κίνημα καλείται σήμερα να αντιμετωπίσει:

l την περαιτέρω προώθηση του λεγόμενου «Νέου Σχολείου», με αρνητικές συνέπειες στο περιεχόμενο της μόρφωσης, στη δομή και στη λειτουργία του σχολείου,

l μια σειρά πρόχειρες και αποσπασματικές αλλαγές στο περιεχόμενο των μαθημάτων και τη διδακτική μεθοδολογία, συνήθως σε συντηρητική κατεύθυνση, χωρίς κατάλληλη προετοιμασία και χωρίς να έχουν εξασφαλιστεί οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις εφαρμογής τους,

l την εξακολούθηση της πολιτικής των περικοπών, με συγχωνεύσεις και καταργήσεις σχολικών μονάδων, πληθωρικά σχολικά τμήματα, μείωση των λειτουργικών εξόδων των σχολείων και συνολικά μείωση των δαπανών για την εκπαίδευση,

l το συναφές πρόβλημα της υποχρεωτικής καθημερινής μετακίνησης των μαθητών σε μικρές ή μεγάλες αποστάσεις, συχνά κάτω από δύσκολες συνθήκες με όλες τις αρνητικές συνέπειες,

l την πολιτική της μείωσης των διορισμών (στους 10 που αποχωρούν διορίζεται ένας) σε συνδυασμό με την πρακτική της «εφεδρείας», που αναμένεται να οξύνει περισσότερο τα προβλήματα λειτουργίας των σχολείων,

l την αδιαφορία για την ουσιαστική βελτίωση της αρχικής εκπαίδευσης και της συνεχούς επιμόρφωσης όλων των εκπαιδευτικών με όρους που θα διασφαλίζουν αποτελεσματικότητα και διαφάνεια,

l τη διεύρυνση ελαστικών εργασιακών σχέσεων στο χώρο της εκπαίδευσης σε συνδυασμό με τις απάνθρωπες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις των εκπαιδευτικών

l την έλλειψη σχολικών βιβλίων ακόμη και μετά τη λήξη του πρώτου τριμήνου, που έχει οδηγήσει σε αναζήτηση υποκατάστατων όπως τα μεταχειρισμένα βιβλία, οι σημειώσεις και οι φωτοτυπίες,

l τη μόνιμη υποχρηματοδότηση της εκπαίδευσης, με αποτέλεσμα οι σχολικές επιτροπές να μην έχουν χρήματα για τις πιο στοιχειώδεις ανάγκες τους,

l την προσπάθεια εφαρμογής του νέου θεσμικού πλαισίου για την τριτοβάθμια εκπαίδευση αντί οιουδήποτε τιμήματος και την καταστολή των αγώνων που αναλαμβάνονται για την ακύρωσή του στην πράξη,

l την ενίσχυση του αυταρχισμού και των διώξεων όσων αντιστρατεύονται αυτή την πολιτική, με στόχο τη βίαιη επιβολή της.

Αξίζει να αναφερθούμε ιδιαίτερα σε δύο κατηγορίες προβλημάτων που έχουν ιδιαίτερη σημασία.

Η πρώτη αφορά την κατάργηση ή τον περιορισμό εκπαιδευτικών δομών και υπηρεσιών που αποσκοπούν στην «αντιστάθμιση» δυσκολιών ή ιδιαιτεροτήτων που κάποια παιδιά αντιμετωπίζουν στο σχολείο με ιδιαίτερη οξύτητα. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν η ενισχυτική διδασκαλία και η πρόσθετη διδακτική στήριξη (που έχουν ουσιαστικά καταργηθεί), μέτρα στήριξης παιδιών μεταναστών όπως οι τάξεις υποδοχής και τα φροντιστηριακά τμήματα (που στα περισσότερα σχολεία δεν εφαρμόζονται), η εκπαίδευση των ελληνόπουλων στο εξωτερικό (που δοκιμάζεται σκληρά από περικοπές πόρων και καταργήσεις σχολικών μονάδων), ανάλογα μέτρα για τις δομές στήριξης παιδιών με ειδικές ανάγκες ή/και αναπηρίες (που διαρκώς συρρικνώνονται), τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας (που αποστερήθηκαν έμπειρο και ειδικά εκπαιδευμένο προσωπικό), οι Συμβουλευτικοί Σταθμοί Νέων (που κατά βάση έχουν καταργηθεί) κ.λπ. Σε αντιστάθμισμα κάποιων από αυτά εξαγγέλθηκε ότι θα λειτουργήσουν σε συγκεκριμένα σχολεία οι λεγόμενες «Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας», αλλά η εφαρμογή τους μέχρι σήμερα έχει περιοριστεί σε πειραματικό στάδιο.

Στη δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνονται δομές, υπηρεσίες και εκπαιδευτικές πρακτικές που, αν και διευρύνουν την παρεχόμενη μόρφωση στο δημόσιο σχολείο και καθιστούν τη μαθησιακή διαδικασία πιο ελκυστική και αποτελεσματική, τίθενται και αυτές υπό τη δαμόκλειο σπάθη των περικοπών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι σχολικές βιβλιοθήκες –όσες και όπου υπήρχαν-, που ουσιαστικά αχρηστεύτηκαν, τα αθλητικά σχολεία και οι αθλητικές δραστηριότητες, που καταργήθηκαν, η αγωγή υγείας, η περιβαλλοντική εκπαίδευση και οι πολιτιστικές δραστηριότητες, που συρρικνώθηκαν, οι δομές συμβουλευτικής και προσανατολισμού, που περιορίστηκαν μέχρι την ολοσχερή εξαφάνισή τους κ.ο.κ. Το δημόσιο σχολείο σταδιακά αποψιλώνεται από τέτοιες δομές στο βωμό της εξοικονόμησης πόρων με αποτέλεσμα να γίνεται πιο τεχνοκρατικό και απωθητικό, και λιγότερο αποτελεσματικό.

Για μια πληρέστερη εικόνα της κατάστασης πρέπει να επισημανθεί η ουσιαστική κατάργηση της καλλιτεχνικής και αισθητικής αγωγής, της παιδείας του πολίτη και της πολιτικής επιστήμης καθώς και της πληροφορικής στο λύκειο, η υποβάθμιση της διδασκαλίας των ξένων γλωσσών στο Δημοτικό και στο Λύκειο, οι περιορισμοί που τίθενται στη λειτουργία των καλλιτεχνικών και μουσικών σχολείων, η πολιτική που ακολουθείται στον τομέα των πειραματικών σχολείων (καταργήσεις κάποιων από αυτά σε συνδυασμό με καθιέρωση «αριστοκρατικών» διαδικασιών) κ.λπ.

Για την κάλυψη των κενών που δημιουργεί αυτή η αποψίλωση της εκπαίδευσης η ελληνική οικογένεια είναι αναγκασμένη να προστρέξει στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Επιβαρύνεται έτσι αφόρητα ο οικογενειακός προϋπολογισμός σε μια περίοδο που οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν δυσβάσταχτα τα βάρη της γενικότερης οικονομικής πολιτικής.

Γενικότερα, πρέπει να σημειωθεί ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα το ελληνικό σχολείο επιβαρύνουν κυρίως τα παιδιά που προέρχονται από πιο φτωχά οικονομικά περιβάλλοντα, όπου συνήθως παρατηρείται και μια πολιτισμική ασυνέχεια ανάμεσα στο σχολείο και στην οικογένεια. Σε αυτά τα περιβάλλοντα παρέχονται στο παιδί ερεθίσματα και πρότυπα που συνήθως βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση από εκείνα που ζητάει το σχολείο.

Η ανάγκη ανάπτυξης αγώνων

Τα ζητήματα της εκπαίδευσης πρέπει να αποτελέσουν πόλο συσπείρωσης, σε συνάρτηση με τα γενικότερα πολιτικά ζητήματα. Ταυτόχρονα, πρέπει να αναδειχθούν τα συγκεκριμένα προβλήματα που αντιμετωπίζει κάθε σχολείο, με έμφαση σε θέματα όπως τα κενά και οι ελλείψεις διδακτικού προσωπικού, οι καταργήσεις/συγχωνεύσεις σχολείων, τα πληθωρικά σχολικά τμήματα, η έλλειψη σχολικών βιβλίων και βιβλιοθηκών ή η κατάργηση βασικών μαθημάτων (κυρίως στο Λύκειο). Τα προβλήματα αυτά συνδέονται άμεσα με τα ζητήματα ισότητας εκπαιδευτικών ευκαιριών (σχολική αποτυχία/διαρροή, διακρίσεις, μορφές αντισταθμιστικής εκπαίδευσης κ.τ.ό.) και αυτή η σχέση πρέπει να αναδεικνύεται σε κάθε περίπτωση.

Ήδη από την προηγούμενη χρονιά αναπτύχθηκε ένα ιδιαίτερα μαζικό και μαχητικό εκπαιδευτικό κίνημα (γονείς-μαθητές-εκπαιδευτικοί), που συχνά πρωταγωνίστησε ενάντια σε αυτή την πολιτική, όπως συνέβη με τις καταργήσεις και συγχωνεύσεις σχολείων.

Αυτό το κίνημα πρέπει να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο την τρέχουσα συγκυρία, με βασική επιδίωξη την αποτελεσματική αντιπαράθεση σε αυτή την πολιτική με την ταυτόχρονη προβολή ενός άλλου σχεδίου για την εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες.

Η πολιτική της συναίνεσης και της υποταγής πρέπει να απαξιωθεί στη συνείδηση των πολιτών, και μάλιστα πρώτα εκεί από όπου ξεκίνησε: στην εκπαίδευση.

Παύλος Χαραμής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου