Επισκεφτείτε https://www.stasivyrona.gr/

"Μπορούμε να τους σταματήσουμε; Βεβαίως. Είναι ισχυροί αλλά όχι ανίκητοι όπως παρουσιάζονται. Να ενωθούμε σαν μία γροθιά, να οργανώσουμε τις αντιστάσεις μας, να δώσουμε το χέρι στο διπλανό μας, να εμπνεύσουμε την κοινωνία. Έτσι τα φαντάσματα κι ο φόβος θα εξαφανιστούν" - Ομοσπονδία Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης.



Στη χώρα όπου εκπαιδευτικοί και μαθητές άπλωναν καθημερινά την πνευματική τους περιουσία και αντάλλασαν απόψεις, γνώμες και γνώσεις, σήμερα εν πολλοίς κυριαρχεί το πρόχειρο, το ξενόφερτο, το επιφανειακό με δόσεις επιβολής και αυταρχισμού· στοιχεία και χαρακτηριστικά ξένα προς την πραγματική παιδεία, ξένα προς την κουλτούρα του εκπαιδευτικού του Δημοτικού Σχολείου, άγνωστα, αδιάφορα και επώδυνα στην ιδιοσυγκρασία και τον ψυχισμό ενός παιδιού της συγκεκριμένης ηλικίας.
Ποιες έρευνες της παιδαγωγικής επιστήμης έδειξαν τάχα ότι μαθητές και μαθήτριες από 6 μόλις ετών επιβάλλεται να παραμείνουν επί 7 ώρες στο σχολείο καθημερινά, πολλές φορές σε αίθουσες ακατάλληλες –που λειτουργούν μόνο λόγω ανάγκης- καθηλωμένοι σε ένα ελάχιστο ζωτικό χώρο, διδασκόμενοι πολλές φορές παιδαγωγικά αντικείμενα αμφίβολης χρησιμότητας και αποτελεσματικότητας για την ηλικία τους;
Ποια πορίσματα έδειξαν ότι θα πρέπει επιπροσθέτως να βαθμολογούνται για την αισθητική τους άποψη, την «υποκριτική» τους επάρκεια και τη χρήση της τεχνολογίας;
Επιχειρείται να στηθεί ένα σχολείο που προοδευτικά θα αποξενώνεται από τον ανθρώπινο συναισθηματικό παράγοντα. Ένα σχολείο στο οποίο ο εκπαιδευτικός σε εντατικούς έως εξαντλητικούς ρυθμούς θα παίξει έναν περισσότερο διαχειριστικό ρόλο και οι μαθητές αυτής της πρώτης σχολικής ηλικίας θα παίρνουν πληθώρα γνώσεων τις περισσότερες φορές άχρηστων για τις πραγματικές πνευματικές ανάγκες, αναζητήσεις και ιεραρχήσεις.
Το Υπουργείο Παιδείας ευαγγελίζεται και διαφημίζει το νέο ψηφιακό σχολείο. Υποτίθεται νέα προγράμματα, νέος τρόπος παιδαγωγικής προσέγγισης, νέα ήθη. Τόσο νέα μάλιστα που φέτος ξεκίνησε για πρώτη φορά σχολική χρονιά χωρίς βιβλία. Είναι μάλιστα πολύ πιθανόν το ίδιο ακριβώς να ξανασυμβεί του χρόνου. Τα μηνύματα που έχουμε αυτό ακριβώς μας δείχνουν.
Το γεγονός αυτό, που σόκαρε την εκπαιδευτική κοινότητα, είναι αχαρακτήριστο. Αγγίζει τα όρια της ΥΒΡΗΣ με την αρχαιοελληνική της σημασία.
Ανεξαρτήτως της όποιας δικαιολογίας ψέλλισαν τα πιο αρμόδια χείλη, η αποστέρησης των μαθητών από το βασικό τους εκπαιδευτικό υλικό για μεγάλο χρονικό διάστημα είναι γεγονός απαράδεκτο.
Καταδεικνύει την περιφρόνηση του Υπουργείου και των κυβερνήσεων προς την παιδεία. Καμία ενοχή, καμία παραίτηση, καμία ντροπή. Οι προτεραιότητες βλέπετε ήταν άλλες· παραπολιτικές διεργασίες, προσωπικές πολιτικές ανελίξεις, φιλοδοξία και ματαιοδοξία.
Χρειάστηκε για μια ακόμη φορά η στενή συνεργασία μαθητών, εκπαιδευτικών και γονέων σε αρκετές περιπτώσεις για να σώσει την κατάσταση, να κρύψει και να ντύσει το γυμνό εκπαιδευτικό σύστημα.
Οι εκπαιδευτικοί, όπως και ολόκληρος ο δημόσιος τομέας, δέχονται σήμερα ολομέτωπη επίθεση. Μισθολογικές περικοπές, συνταξιοδοτικές ανατροπές, διαχωρισμός σε εκπαιδευτικούς διαφόρων ταχυτήτων, μετακινήσεις τους σε άλλα σχολεία, συγχωνεύσεις σχολικών μονάδων με παράλληλες καταργήσεις οργανικών θέσεων. Παράλληλα γίνεται συζήτηση στα πολιτικά παρασκήνια για αύξηση του ωραρίου των εκπαιδευτικών, ίσως με περαιτέρω μείωση του μισθού τους!
Έχουμε άποψη επ’αυτού. Αντιστεκόμαστε και προσφέρουμε. Συμβάλουμε πιο αποφασιστικά στη μόρφωση και την εκπαίδευση των μαθητών. Η κοινωνία σήμερα χρειάζεται στήριξη. Τα παιδιά της σχολικής ηλικίας ακόμα μεγαλύτερη. Η κοινωνία στα δύσκολα της κατέφευγε στους δασκάλους της. Είναι άλλωστε σάρκα από τη σάρκα της. Σήμερα ως εκπαιδευτικοί πρέπει να αγωνιστούμε πάνω από πλαστούς διαχωρισμούς και ελιτισμούς, για να συμβάλουμε στη διαμόρφωση ενός πραγματικού μετώπου για την παιδεία –επιδίωξη άλλωστε της εκπαιδευτικής αριστεράς ανέκαθεν- που θα απαρτίζεται από γονείς, εκπαιδευτικούς και μαθητές της δευτεροβάθμιας.
Οι αντιθέσεις της εκπαιδευτικής κοινότητας και των κυβερνήσεων του Μνημονίου θα ενταθούν. Η σύγκρουση, όπως και σε όλα τα πεδία, θα είναι σκληρή. Η εποχή της αθωότητας πέρασε… Η εποχή της δημοκρατίας ή και της δημοκρατικής επίφασης γίνεται ταχύτατα παρελθόν. Ο διευθυντής, με νόμο που ψηφίζεται τους αμέσως επόμενους μήνες ανακηρύσσεται σε αυθεντία. Του αναγνωρίζεται πια απολύτως κυρίαρχος ρόλος. Ο αποφασιστικός ρόλος του συλλόγου διδασκόντων καταργείται και ο λόγος του φιμώνεται. Το ωράριο των εκπαιδευτικών αμφισβητείται και καταστρατηγείται. Το σχολείο συνολικά τελεί υπό διωγμό. Η κοινωνία αποψιλώνεται από τα έσχατα ερείσματα της· εξωθείται στη σύγκρουση· είναι υποχρεωμένη να αποδεχτεί την πρόκληση.
Η δημόσια δωρεάν παιδεία είναι κοινωνική απαίτηση και αίτημα διαχρονικό. Αισθανόμαστε ότι οφείλουμε να παλέψουμε για τα αυτονόητα. Να σταματήσουμε τη συρρίκνωση, το τέλμα, τη σήψη.
Για το λαό η παιδεία είναι προτεραιότητα. Να χτιστεί λιθαράκι λιθαράκι η εμπιστοσύνη όλων των φορέων και των παραγόντων της παιδείας. Να κλείσουμε της χαραμάδες άγονων αντιθέσεων ή καθοδηγούμενων συγκρούσεων. Οι μέρες της αφέλειας μας αποχαιρέτησαν… Έχουμε ευθύνες. Ας τις αναλάβουμε.
Ν.Κ
εκπαιδευτικός πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης
από την Πετρούπολη

Οταν για πρώτη φορά τη φετινή σχολική χρονιά οι εφημερίδες έφεραν στην επιφάνεια κρούσματα υποσιτισμού παιδιών που επισημάνθηκαν σε σχολεία της χώρας, οι αρμόδιοι παράγοντες επέλεξαν την τακτική της συγκάλυψης: «Έσχατο μέσο της λαϊκίστικης προπαγάνδας» χαρακτήρισε με επιθετική ανακοίνωσή της τη σχετική ειδησεογραφία η ηγεσία του Υπ. Παιδείας τα μέσα του Οκτώβρη, επικρίνοντας εκείνους που δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν ακόμη και τους ίδιους τους μαθητές» για να δημιουργήσουν προβλήματα. Σύντομα, ωστόσο, αυξήθηκαν τόσο τα σχετικά περιστατικά και τα αντίστοιχα δημοσιεύματα, ώστε περιορίστηκαν ασφυκτικά πλέον τα περιθώρια για τέτοιους χειρισμούς. Πολύ περισσότερο, καθώς πρόκειται για φαινόμενα που μέρα με τη μέρα ενισχύονται, παρακολουθώντας από κοντά τους δείκτες αύξησης της ανεργίας, της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.
Ούτε και τότε όμως οι αρμόδιοι της τρικομματικής συγκυβέρνησης στη «Νερατζιώτισσα» έπραξαν το αυτονόητο: να εκπονήσουν κατ’ απόλυτη προτεραιότητα ένα σχέδιο άμεσης αντιμετώπισης της κατάστασης μη επιτρέποντας επ’ ουδενί την παραβίαση ενός από τα θεμελιώδη δικαιώματα του παιδιού. Προτίμησαν να μεταθέσουν την ευθύνη σε άλλα υπουργεία κάνοντας λόγο ταυτόχρονα για κάποιες περιορισμένες δυνατότητες του προγράμματος «Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας», που προωθεί τελευταία το Υπ. Παιδείας. Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι, ακόμα και όταν το πρόγραμμα αυτό αναπτυχθεί πλήρως, δεν θα καλύπτει παρά ένα ελάχιστο αριθμό σχολείων της χώρας, τα οποία θα κριθεί ότι έχουν ανάγκη ιδιαίτερης στήριξης. Επιπλέον, η ως τώρα εμπειρία δείχνει ότι περιπτώσεις ακραίας φτώχειας και συνακόλουθα υποσιτισμού μπορεί να εμφανιστούν σε οποιοδήποτε σχολείο ανεξάρτητα από την περιοχή στην οποία λειτουργεί. Είναι φανερό ότι οι αρμόδιοι παράγοντες δεν μπορούν να κατανοήσουν πως τα παιδιά που υποσιτίζονται δεν μπορούν να περιμένουν πότε θα εκπονηθούν τα απαιτούμενα σχέδια από την πλευρά της πολιτείας.
Το κενό που δημιουργεί η αβελτηρία της πολιτείας ουσιαστικά καλείται να καλύψει και αυτή τη φορά η κοινωνία των πολιτών. Με πρωτεργάτες εκπαιδευτικούς που βρίσκονταν σε άμεση επαφή με το πρόβλημα αναπτύσσονται ευρύτερες πρωτοβουλίες αλληλεγγύης σε επίπεδο τοπικής κοινωνίας που συνενώνουν ποικίλους παράγοντες με ένα κοινό στόχο: Να μην υπάρξει ούτε ένα παιδί υποσιτισμένο σε οποιοδήποτε σχολείο της χώρας.
«Καλοί Σαμαρείτες» και «ληστές»: Αντιφάσεις και διλήμματα
Η οξύτητα με την οποία εμφανίζεται σήμερα το πρόβλημα της φτώχειας στα σχολεία σε συνδυασμό με την ολοκληρωτική αποδιάρθρωση ή υποβάθμιση βασικών θεσμών κοινωνικής πολιτικής καθιστά επιτακτική την ανάγκη να αναζητηθούν άμεσα λύσεις και μάλιστα στο φόντο της οικονομικής κρίσης και της πολιτικής των Μνημονίων. Η ιδιαιτερότητα της συγκυρίας, ωστόσο, φωτίζει με ένα ιδιαίτερο τρόπο πολιτικά και ηθικά διλήμματα που έχουν απασχολήσει και παλαιότερα την ανθρώπινη κοινωνία. Κάποια από αυτά επιχειρεί να συζητήσει από τις στήλες του «Βήματος» (18-12-2011) ο Νίκος Μουζέλης με αφετηρία την έννοια της κοινωνίας των πολιτών.
Σχηματικά, σύμφωνα με τον αρθρογράφο, η κυρίαρχη άποψη σήμερα οριοθετεί την κοινωνία των πολιτών κατά ένα σαφώς διακριτό τρόπο ως «… τρίτο, ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κομματικοκρατικού συστήματος και αγοράς». Ένα χώρο που «… δεν λειτουργεί ούτε στη βάση της κομματικοκρατικής λογικής ούτε σε αυτή της αγοράς και του κέρδους». Μια από τις θετικές αντιδράσεις της κοινωνίας των πολιτών στην τρέχουσα συγκυρία είναι και ο εθελοντισμός, η εμφάνιση δηλαδή και ανάπτυξη ομάδων «από τα κάτω» με στόχο την παροχή βοήθειας προς συμπολίτες που υφίστανται ακραίες τις συνέπειες της κρίσης. Αν, τώρα, ο εθελοντισμός είναι έκφραση της κοινωνίας των πολιτών στο κοινωνικό επίπεδο, το αντίστοιχό του στο πολιτικό επίπεδο είναι «πολιτικοποιημένα άτομα που στρέφουν την πλάτη τους στα κόμματα και αποφασίζουν να συμμετάσχουν στον δημόσιο χώρο μέσω μη κυβερνητικών οργανώσεων». Στόχοι αυτών των ατόμων και οργανώσεων είναι ο εκδημοκρατισμός των θεσμών, η διαφάνεια στο δημόσιο βίο, η πάταξη της διαφθοράς, η προστασία αδύναμων κοινωνικών ομάδων κ.τ.ό.
Έχουμε τη γνώμη ότι η πραγματικότητα που βιώνει σήμερα η ελληνική κοινωνία είναι πολύ πιο σύνθετη, περίπλοκη και δυναμικά εξελισσόμενη από αυτή που αδρομερώς εκτέθηκε παραπάνω, και μια τέτοια σχηματοποίηση την αδικεί. Αν, για παράδειγμα, ο εθελοντισμός εκδηλώνεται από την κοινωνία των πολιτών σε αντιδιαστολή προς τα πολιτικά κόμματα συλλήβδην, πώς συμβαίνει συγκεκριμένα πολιτικά κόμματα να πρωτοστατούν στη δημιουργία δικτύων αλληλεγγύης σε ποικίλους τομείς της κοινωνικής ζωής και μάλιστα αυτή η δραστηριότητά τους να είναι αναγνωρίσιμη κοινωνικά; Αν, πάλι, βασικές εκφάνσεις της κοινωνίας των πολιτών επιδιώκουν τη διατήρηση του κράτους πρόνοιας και αντιπαρατίθενται στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές (π.χ. οι «αγανακτισμένοι»), όπως –σωστά, κατά βάση- αποδέχεται ο αρθρογράφος, αυτή η θεμελιακή τοποθέτησή τους, σε επίπεδο πολιτικής στόχευσης, δεν τους φέρνει άραγε αντικειμενικά ολοένα και πιο κοντά σε πολιτικά κόμματα που διακηρύσσουν παρόμοιους στόχους και σε απόσταση από άλλα, που ακολουθούν και στηρίζουν νεοφιλελεύθερες πολιτικές;
Η περίπτωση του εθελοντισμού, ειδικότερα, συνδέεται με αντιφάσεις και διλήμματα που αξίζουν κάπως περισσότερο την προσοχή μας. Φαίνεται με την πρώτη ματιά ασυμβίβαστο για ενεργούς πολίτες που διεκδικούν την επαρκή λειτουργία ενός κοινωνικού κράτους υπέρ του πολίτη, ιδίως υπέρ των πιο αδύναμων κοινωνικών ομάδων, να σπεύδουν να υποκαταστήσουν το κενό της κρατικής πολιτικής με την εθελοντική δραστηριότητά τους, στο χώρο της παιδείας, της υγείας ή της κοινωνικής μέριμνας. Και αυτό το δίλημμα, ας σημειωθεί, το αντιμετωπίζουν τόσο εθελοντές που λειτουργούν εκτός κομμάτων όσο και μέλη κομμάτων που αναπτύσσουν εθελοντική δραστηριότητα. Φαίνεται, όμως, ότι εκείνο που μπορεί να νομιμοποιήσει τελικά αυτή τη δραστηριότητα είναι ο βασικός στόχος της, που δεν πρέπει ούτε στιγμή να χάνεται: η ανατροπή των πολιτικών που διαιωνίζουν την ανισότητα και την εκμετάλλευση, και η προσέγγιση στο μέγιστο δυνατό βαθμό της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Όταν ο Μπέρναρ Σω τόνιζε με έμφαση «δεν έχουμε ανάγκη από καλούς Σαμαρείτες, το πρόβλημα είναι να πάψουν να υπάρχουν ληστές», δεν εννοούσε σε καμιά περίπτωση ότι η κοινωνία δεν χρειαζόταν την κοινωνική προσφορά των μελών της. Απλώς, έδειχνε παραστατικά που βρισκόταν η βασική αιτία των προβλήματος. Και η οπτική του είναι το ίδιο αναγκαία και σήμερα.

Μια νέα μεταρρύθμιση ( η ενδέκατη, αν θυμάμαι καλά, των τελευταίων 30 ετών) ξεκίνησε για το ελληνικό σχολείο με την έναρξη της φετινής σχολικής χρονιάς και αφορά το νέο λύκειο και κυρίως τα φιλολογικά μαθήματα, όπου η φιλοσοφία και τα αναλυτικά προγράμματα αλλάζουν δραματικά. Δεν θέλω ούτε να σταθώ από την αρχή αντίθετος σε αυτή την αλλαγή, ούτε και να κάνω στείρα αντιπολίτευση. Ίσα – ίσα που αναγνωρίζω πως η αλλαγή αυτή έχει και πολλά θετικά στοιχεία, που θα έπρεπε από χρόνια να έχουν μπει στο ελληνικό σχολείο. Οι ενστάσεις μου έχουν να κάνουν με την απίστευτη προχειρότητα που στήθηκε όλο αυτό το πράγμα, γεγονός που υπονομεύει εξαρχής την ουσία του. Θα αρθρώσω το κείμενό μου πάνω σε 11 ερωτήματα που φοβάμαι πως θα μείνουν αναπάντητα.
1. Πώς είναι δυνατόν να ξεκινάει μια μεταρρύθμιση πριν ακόμη ανακοινωθεί; Η μεταρρύθμιση εφαρμόζεται τυπικά από την 1η Σεπτεμβρίου του παρόντος σχολικού έτους. Οι σχετικές όμως ανακοινώσεις έφτασαν στα σχολεία αργότερα ή δεν έχουν φτάσει ακόμη.
2. Ποιος θεσμικός φορέας εισηγήθηκε αυτές τις σημαντικότατες και καθοριστικές για το μέλλον του σχολείου αλλαγές; Κανείς δεν μας έχει ενημερώσει. Κυκλοφορεί η φήμη για κάποια παρέα από τη Θεσσαλονίκη. Δεν είναι όμως δυνατόν να πιστέψω ότι σε ένα σοβαρό ευρωπαϊκό κράτος χαράζει εκπαιδευτική πολιτική κάποια παρέα φίλα προσκείμενη προς την Υπουργό!
3. Πώς καλούνται καθηγητές με πολυετή πείρα να αλλάξουν άρδην όχι σε μικρό χρονικό διάστημα, αλλά κυριολεκτικά «από χθες» τον τρόπο που διδάσκουν, χωρίς την παραμικρή ενημέρωση;
4. Πώς είναι δυνατόν οι σχολικοί σύμβουλοι, οι θεσμικά υπεύθυνοι για την ενημέρωση των καθηγητών και για τον έλεγχο και την αξιολόγηση της όλης μεταρρύθμισης να δηλώνουν παντελώς ανενημέρωτοι(!);
5. Πώς είναι δυνατόν να αναφέρεται στις οδηγίες για τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στην Α΄ Λυκείου ότι οι μαθητές σε αυτή τη φάση δεν είναι ώριμοι να κάνουν μετάφραση, όταν οι ίδιοι μετέφραζαν αρχαία κείμενα στο γυμνάσιο;
6. Πώς είναι δυνατόν να προτείνεται από φέτος για τα Νέα Ελληνικά η χρησιμοποίηση των εγχειριδίων και των 3 τάξεων του Λυκείου, όταν μέχρι σήμερα (τέλος Νοεμβρίου) οι μαθητές της Α΄ Λυκείου δεν έχουν πάρει ούτε το εγχειρίδιο της τάξης τους; Δεν υπονομεύεται απροκάλυπτα έτσι από το ίδιο το υπουργείο η όποια προσπάθεια μεταρρύθμισης;
7. Πώς είναι δυνατόν να εισάγεται τόσο βεβιασμένα (και βίαια) μια τόσο σημαντική μεταρρύθμιση χωρίς να γίνεται μια, έστω στοιχειώδης, δοκιμή στα πειραματικά σχολεία; Και επί τη ευκαιρία, μια συμπληρωματική ερώτηση: Τι ακριβώς εξυπηρετούν τα πειραματικά σχολεία;
8. Σε κάθε ευνομούμενο κράτος οι μαθητές που φοιτούν σε μια εκπαιδευτική βαθμίδα γνωρίζουν τις προϋποθέσεις πρόσβασης στην επόμενη. Πώς είναι δυνατόν στην Ελλάδα οι μαθητές της Α΄ Λυκείου να συμμετέχουν ήδη σε μια εκπαιδευτική διαδικασία από την οποία, όπως το ίδιο το Υπουργείο αφήνει να διαρρεύσει, θα κριθεί η είσοδός τους στην ανώτερη βαθμίδα, αλλά να μη γνωρίζουν τους κανόνες με
τους οποίους θα γίνει αυτή η επιλογή;
9. Στο ερώτημα που η ίδια η υφυπουργός θέτει: «Μήπως δημιουργηθούν ανισότητες, αφού είναι γνωστό ότι δε διαθέτουν όλα τα σχολεία τις ίδιες τεχνολογικές υποδομές;», η ίδια απαντά: «Η ως τώρα έρευνα στα ελληνικά σχολεία δείχνει ότι οι δημιουργικοί εκπαιδευτικοί βρίσκουν διεξόδους στα προβλήματα των υποδομών.» Είναι δυνατόν μια σοβαρή ηγεσία ενός κράτους που βασίζεται σε θεσμούς να θεωρεί ότι η πραγματοποίηση ενός τόσο σημαντικού μεταρρυθμιστικού προγράμματός της, που θα αλλάξει τη ρότα της ελληνικής κοινωνίας, εναπόκειται στη δημιουργικότητα των εκπαιδευτικών και μόνο; Και αν κάποιοι εκπαιδευτικοί δεν είναι τόσο δημιουργικοί; Το σύστημα θα καταρρεύσει; (Και επί τη ευκαιρία σε ποια έρευνα αναφέρεται η Κα υφυπουργός;)
10. Γιατί δεν δημοσιοποιούνται τα πορίσματα που προέκυψαν από την αποτίμηση της πορείας της προηγούμενης μεταρρύθμισης (Αρσένη); [Δεν φαντάζομαι να πιστεύει κανείς πως ένα σοβαρό υπουργείο μιας σοβαρής χώρας θα προχωρούσε ποτέ σε αλλαγή του εκπαιδευτικού του συστήματος, χωρίς να έχει προηγουμένως εκτιμήσει με μακροχρόνια έρευνα τα υπέρ και τα κατά του.]
11. Η γενικότερη κατάσταση στο χώρο της δευτεροβάθμιας παιδείας (κατάργηση σχολικών βιβλιοθηκών, κατάργηση γραφείων ΣΕΠ, δραματική περικοπή των αποδοχών των καθηγητών, ανυπαρξία ακόμη και των στοιχειωδέστερων υλικών, όπως χαρτιού και μελανιού που καθιστούν ακόμη πιο επώδυνη την έλλειψη βιβλίων) είναι το καταλληλότερο πλαίσιο για την προώθηση της μεταρρύθμισης; Ίσως η κα Υφυπουργός απαντήσει ότι οι δημιουργικοί εκπαιδευτικοί θα βρουν λύση σε όλα αυτά. Και πράγματι αυτό γίνεται χρόνια τώρα. Μήπως λοιπόν να σκεφτούμε και την προοπτική να καταργηθεί το υπουργείο; Οι δημιουργικοί εκπαιδευτικοί θα βρουν τρόπους να το υποκαταστήσουν!
Αν δεν υπάρξουν τεκμηριωμένες απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα θα είναι απολύτως δικαιολογημένη η υποψία πολλών εκπαιδευτικών ότι πρόκειται για μια ακόμη προχειρότατη επίδειξη μεταρρυθμιστικού έργου υπό το φόβο μιας πιθανής αλλαγής της ηγεσίας του Υπουργείου. Κοινώς, «να υπογράψουμε και εμείς μια μεταρρύθμιση και από εκεί και πέρα ΄΄γαία πυρί μειχθήτω΄΄». Και δυστυχώς για όλους μας, έτσι φαίνεται πως σκέπτονται οι υπεύθυνοι του Υπουργείου. Χαρακτηριστική της παραπάνω νοοτροπίας και η απάντηση που λάβαμε από σύμβουλο της κας Υφυπουργού, όταν σε συζήτησή μας πριν από λίγους μήνες σχετικά με τις συγχωνεύσεις των σχολείων της αναπτύξαμε τις ενστάσεις μας και τους φόβους μας για τις δυσλειτουργίες που θα υπάρξουν. Μας απάντησε λοιπόν πως σε όλες τις προηγμένες χώρες της Ευρώπης, όπως στη Φιλανδία, λειτουργούν μεγάλα σχολεία. Με τη συγχώνευση λοιπόν θα αποκτήσουμε και εμείς το ίδιο σχολείο!!!
Γιώργος Πλακίδας, Καθηγητής 1ου Λυκείου Βύρωνα

Σκοπός του αφιερώματος αυτού είναι να αναδείξει και να αναλύσει διεξοδικά όψεις των επιπτώσεων της οικονομικής πολιτικής που ακολουθεί με συνέπεια και η νέα κυβέρνηση σε ποικίλους τομείς της εκπαίδευσης.
Είναι προφανές ότι δεν εκτιμώνται τα πάντα μόνο με οικονομικούς όρους, ούτε η εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων για την εκπαίδευση οδηγεί αυτόματα και στην αναβάθμιση της εκπαίδευσης.
Από την άλλη πλευρά, όμως, είναι αναντίρρητο ότι η επαρκής οικονομική στήριξη της εκπαίδευσης αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για την επιδίωξη ενός τέτοιου στόχου.
Άλλωστε η διεθνής εμπειρία έδειξε ότι στις χώρες όπου εφαρμόστηκαν ανάλογες πολιτικές οι συνέπειες στην εκπαίδευση, και ειδικότερα σε ό,τι αφορά την ισότιμη πρόσβαση όλων των παιδιών στα μορφωτικά αγαθά, υπήρξαν καταστροφικές.
Στο παρόν τεύχος γίνεται καταρχάς μια γενική αναφορά στο όλο ζήτημα. Στη συνέχεια εξετάζονται οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης και της πολιτικής των Μνημονίων στις δαπάνες για την εκπαίδευση (προϋπολογισμός του 2012), στην εκπαίδευση των ελληνόπουλων της ομογένειας, στις δομές συμβουλευτικής και προσανατολισμού και στους συμβουλευτικούς σταθμούς νέων.
Επιδίωξή μας είναι να συνεχίσουμε το αφιέρωμα σε επόμενα τεύχη του ΠκΚ αναδεικνύοντας και άλλες πλευρές των εκπαιδευτικών προβλημάτων που δημιούργησε ή όξυνε η κρίση.
Οι σοβαρές δυσλειτουργίες και τα μεγάλα προβλήματα στην εκπαίδευση φάνηκαν με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς. Ήδη πριν τον καθιερωμένο αγιασμό η ηγεσία του Υπ. Παιδείας με μεγάλη ευκολία και άνεση έκανε λόγο για «τεράστιες δυσκολίες» και για τη «δυσκολότερη μεταπολεμική σχολική χρονιά». Απέφυγε να αναγνωρίσει, ωστόσο, τις μεγάλες ευθύνες που χρεώθηκε -όπως και συνολικά η κυβέρνηση- καθώς, ακολουθώντας με συνέπεια την κατεδαφιστική πολιτική των Μνημονίων, οδήγησε την εκπαίδευση στην τραγική σημερινή κατάσταση.
Αυτή την πολιτική ανέλαβε σήμερα να συνεχίσει και να ενισχύει η νέα, τρικομματική κυβέρνηση, με τη συμμετοχή και τις ευλογίες της ακροδεξιάς. Μια συναινετική πολιτική σε πλήρη ευθυγράμμιση με τους στρατηγικούς στόχους της νεοφιλελεύθερης εκπαιδευτικής πολιτικής της ΕΕ και του ΔΝΤ, προανάκρουσμα της οποίας υπήρξε η συντηρητική συναίνεση στον τελευταίο νόμο για τη δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση, που ευθέως την υπονόμευσε και την κατέστησε υποχείριο της αγοράς.
Το εκπαιδευτικό κίνημα καλείται σήμερα να αντιμετωπίσει:
l την περαιτέρω προώθηση του λεγόμενου «Νέου Σχολείου», με αρνητικές συνέπειες στο περιεχόμενο της μόρφωσης, στη δομή και στη λειτουργία του σχολείου,
l μια σειρά πρόχειρες και αποσπασματικές αλλαγές στο περιεχόμενο των μαθημάτων και τη διδακτική μεθοδολογία, συνήθως σε συντηρητική κατεύθυνση, χωρίς κατάλληλη προετοιμασία και χωρίς να έχουν εξασφαλιστεί οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις εφαρμογής τους,
l την εξακολούθηση της πολιτικής των περικοπών, με συγχωνεύσεις και καταργήσεις σχολικών μονάδων, πληθωρικά σχολικά τμήματα, μείωση των λειτουργικών εξόδων των σχολείων και συνολικά μείωση των δαπανών για την εκπαίδευση,
l το συναφές πρόβλημα της υποχρεωτικής καθημερινής μετακίνησης των μαθητών σε μικρές ή μεγάλες αποστάσεις, συχνά κάτω από δύσκολες συνθήκες με όλες τις αρνητικές συνέπειες,
l την πολιτική της μείωσης των διορισμών (στους 10 που αποχωρούν διορίζεται ένας) σε συνδυασμό με την πρακτική της «εφεδρείας», που αναμένεται να οξύνει περισσότερο τα προβλήματα λειτουργίας των σχολείων,
l την αδιαφορία για την ουσιαστική βελτίωση της αρχικής εκπαίδευσης και της συνεχούς επιμόρφωσης όλων των εκπαιδευτικών με όρους που θα διασφαλίζουν αποτελεσματικότητα και διαφάνεια,
l τη διεύρυνση ελαστικών εργασιακών σχέσεων στο χώρο της εκπαίδευσης σε συνδυασμό με τις απάνθρωπες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις των εκπαιδευτικών
l την έλλειψη σχολικών βιβλίων ακόμη και μετά τη λήξη του πρώτου τριμήνου, που έχει οδηγήσει σε αναζήτηση υποκατάστατων όπως τα μεταχειρισμένα βιβλία, οι σημειώσεις και οι φωτοτυπίες,
l τη μόνιμη υποχρηματοδότηση της εκπαίδευσης, με αποτέλεσμα οι σχολικές επιτροπές να μην έχουν χρήματα για τις πιο στοιχειώδεις ανάγκες τους,
l την προσπάθεια εφαρμογής του νέου θεσμικού πλαισίου για την τριτοβάθμια εκπαίδευση αντί οιουδήποτε τιμήματος και την καταστολή των αγώνων που αναλαμβάνονται για την ακύρωσή του στην πράξη,
l την ενίσχυση του αυταρχισμού και των διώξεων όσων αντιστρατεύονται αυτή την πολιτική, με στόχο τη βίαιη επιβολή της.
Αξίζει να αναφερθούμε ιδιαίτερα σε δύο κατηγορίες προβλημάτων που έχουν ιδιαίτερη σημασία.
Η πρώτη αφορά την κατάργηση ή τον περιορισμό εκπαιδευτικών δομών και υπηρεσιών που αποσκοπούν στην «αντιστάθμιση» δυσκολιών ή ιδιαιτεροτήτων που κάποια παιδιά αντιμετωπίζουν στο σχολείο με ιδιαίτερη οξύτητα. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν η ενισχυτική διδασκαλία και η πρόσθετη διδακτική στήριξη (που έχουν ουσιαστικά καταργηθεί), μέτρα στήριξης παιδιών μεταναστών όπως οι τάξεις υποδοχής και τα φροντιστηριακά τμήματα (που στα περισσότερα σχολεία δεν εφαρμόζονται), η εκπαίδευση των ελληνόπουλων στο εξωτερικό (που δοκιμάζεται σκληρά από περικοπές πόρων και καταργήσεις σχολικών μονάδων), ανάλογα μέτρα για τις δομές στήριξης παιδιών με ειδικές ανάγκες ή/και αναπηρίες (που διαρκώς συρρικνώνονται), τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας (που αποστερήθηκαν έμπειρο και ειδικά εκπαιδευμένο προσωπικό), οι Συμβουλευτικοί Σταθμοί Νέων (που κατά βάση έχουν καταργηθεί) κ.λπ. Σε αντιστάθμισμα κάποιων από αυτά εξαγγέλθηκε ότι θα λειτουργήσουν σε συγκεκριμένα σχολεία οι λεγόμενες «Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας», αλλά η εφαρμογή τους μέχρι σήμερα έχει περιοριστεί σε πειραματικό στάδιο.
Στη δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνονται δομές, υπηρεσίες και εκπαιδευτικές πρακτικές που, αν και διευρύνουν την παρεχόμενη μόρφωση στο δημόσιο σχολείο και καθιστούν τη μαθησιακή διαδικασία πιο ελκυστική και αποτελεσματική, τίθενται και αυτές υπό τη δαμόκλειο σπάθη των περικοπών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι σχολικές βιβλιοθήκες –όσες και όπου υπήρχαν-, που ουσιαστικά αχρηστεύτηκαν, τα αθλητικά σχολεία και οι αθλητικές δραστηριότητες, που καταργήθηκαν, η αγωγή υγείας, η περιβαλλοντική εκπαίδευση και οι πολιτιστικές δραστηριότητες, που συρρικνώθηκαν, οι δομές συμβουλευτικής και προσανατολισμού, που περιορίστηκαν μέχρι την ολοσχερή εξαφάνισή τους κ.ο.κ. Το δημόσιο σχολείο σταδιακά αποψιλώνεται από τέτοιες δομές στο βωμό της εξοικονόμησης πόρων με αποτέλεσμα να γίνεται πιο τεχνοκρατικό και απωθητικό, και λιγότερο αποτελεσματικό.
Για μια πληρέστερη εικόνα της κατάστασης πρέπει να επισημανθεί η ουσιαστική κατάργηση της καλλιτεχνικής και αισθητικής αγωγής, της παιδείας του πολίτη και της πολιτικής επιστήμης καθώς και της πληροφορικής στο λύκειο, η υποβάθμιση της διδασκαλίας των ξένων γλωσσών στο Δημοτικό και στο Λύκειο, οι περιορισμοί που τίθενται στη λειτουργία των καλλιτεχνικών και μουσικών σχολείων, η πολιτική που ακολουθείται στον τομέα των πειραματικών σχολείων (καταργήσεις κάποιων από αυτά σε συνδυασμό με καθιέρωση «αριστοκρατικών» διαδικασιών) κ.λπ.
Για την κάλυψη των κενών που δημιουργεί αυτή η αποψίλωση της εκπαίδευσης η ελληνική οικογένεια είναι αναγκασμένη να προστρέξει στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Επιβαρύνεται έτσι αφόρητα ο οικογενειακός προϋπολογισμός σε μια περίοδο που οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν δυσβάσταχτα τα βάρη της γενικότερης οικονομικής πολιτικής.
Γενικότερα, πρέπει να σημειωθεί ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα το ελληνικό σχολείο επιβαρύνουν κυρίως τα παιδιά που προέρχονται από πιο φτωχά οικονομικά περιβάλλοντα, όπου συνήθως παρατηρείται και μια πολιτισμική ασυνέχεια ανάμεσα στο σχολείο και στην οικογένεια. Σε αυτά τα περιβάλλοντα παρέχονται στο παιδί ερεθίσματα και πρότυπα που συνήθως βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση από εκείνα που ζητάει το σχολείο.
Η ανάγκη ανάπτυξης αγώνων
Τα ζητήματα της εκπαίδευσης πρέπει να αποτελέσουν πόλο συσπείρωσης, σε συνάρτηση με τα γενικότερα πολιτικά ζητήματα. Ταυτόχρονα, πρέπει να αναδειχθούν τα συγκεκριμένα προβλήματα που αντιμετωπίζει κάθε σχολείο, με έμφαση σε θέματα όπως τα κενά και οι ελλείψεις διδακτικού προσωπικού, οι καταργήσεις/συγχωνεύσεις σχολείων, τα πληθωρικά σχολικά τμήματα, η έλλειψη σχολικών βιβλίων και βιβλιοθηκών ή η κατάργηση βασικών μαθημάτων (κυρίως στο Λύκειο). Τα προβλήματα αυτά συνδέονται άμεσα με τα ζητήματα ισότητας εκπαιδευτικών ευκαιριών (σχολική αποτυχία/διαρροή, διακρίσεις, μορφές αντισταθμιστικής εκπαίδευσης κ.τ.ό.) και αυτή η σχέση πρέπει να αναδεικνύεται σε κάθε περίπτωση.
Ήδη από την προηγούμενη χρονιά αναπτύχθηκε ένα ιδιαίτερα μαζικό και μαχητικό εκπαιδευτικό κίνημα (γονείς-μαθητές-εκπαιδευτικοί), που συχνά πρωταγωνίστησε ενάντια σε αυτή την πολιτική, όπως συνέβη με τις καταργήσεις και συγχωνεύσεις σχολείων.
Αυτό το κίνημα πρέπει να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο την τρέχουσα συγκυρία, με βασική επιδίωξη την αποτελεσματική αντιπαράθεση σε αυτή την πολιτική με την ταυτόχρονη προβολή ενός άλλου σχεδίου για την εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες.
Η πολιτική της συναίνεσης και της υποταγής πρέπει να απαξιωθεί στη συνείδηση των πολιτών, και μάλιστα πρώτα εκεί από όπου ξεκίνησε: στην εκπαίδευση.
Παύλος Χαραμής