Ο Carl Jung για τους δασκάλους

Ο Carl Jung για τους δασκάλους
"Ο καθένας μας θυμάται με σεβασμό τους καλούς δασκάλους του αλλά με ευγνωμοσύνη αυτούς που κατάφεραν να αγγίξουν την ψυχή μας. Το σχολικό πρόγραμμα είναι ένα απαραίτητο υλικό αλλά η ζεστασιά είναι το βασικό ζωτικό στοιχείο τόσο για ένα αναπτυσσόμενο φυτό όσο και για την ψυχή ενός παιδιού." (Ο Carl Jung για τους δασκάλους)

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΦΙΛΑΝΔΟΙ


ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ Γ।ΠΛΑΚΙΔΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ¨ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ¨‏

Μια νέα μεταρρύθμιση ( η ενδέκατη, αν θυμάμαι καλά, των τελευταίων 30 ετών) ξεκίνησε για το ελληνικό σχολείο με την έναρξη της φετινής σχολικής χρονιάς και αφορά το νέο λύκειο και κυρίως τα φιλολογικά μαθήματα, όπου η φιλοσοφία και τα αναλυτικά προγράμματα αλλάζουν δραματικά. Δεν θέλω ούτε να σταθώ από την αρχή αντίθετος σε αυτή την αλλαγή, ούτε και να κάνω στείρα αντιπολίτευση. Ίσα – ίσα που αναγνωρίζω πως η αλλαγή αυτή έχει και πολλά θετικά στοιχεία, που θα έπρεπε από χρόνια να έχουν μπει στο ελληνικό σχολείο. Οι ενστάσεις μου έχουν να κάνουν με την απίστευτη προχειρότητα που στήθηκε όλο αυτό το πράγμα, γεγονός που υπονομεύει εξαρχής την ουσία του. Θα αρθρώσω το κείμενό μου πάνω σε 11 ερωτήματα που φοβάμαι πως θα μείνουν αναπάντητα.

1. Πώς είναι δυνατόν να ξεκινάει μια μεταρρύθμιση πριν ακόμη ανακοινωθεί; Η μεταρρύθμιση εφαρμόζεται τυπικά από την 1η Σεπτεμβρίου του παρόντος σχολικού έτους. Οι σχετικές όμως ανακοινώσεις έφτασαν στα σχολεία αργότερα ή δεν έχουν φτάσει ακόμη.

2. Ποιος θεσμικός φορέας εισηγήθηκε αυτές τις σημαντικότατες και καθοριστικές για το μέλλον του σχολείου αλλαγές; Κανείς δεν μας έχει ενημερώσει. Κυκλοφορεί η φήμη για κάποια παρέα από τη Θεσσαλονίκη. Δεν είναι όμως δυνατόν να πιστέψω ότι σε ένα σοβαρό ευρωπαϊκό κράτος χαράζει εκπαιδευτική πολιτική κάποια παρέα φίλα προσκείμενη προς την Υπουργό!

3. Πώς καλούνται καθηγητές με πολυετή πείρα να αλλάξουν άρδην όχι σε μικρό χρονικό διάστημα, αλλά κυριολεκτικά «από χθες» τον τρόπο που διδάσκουν, χωρίς την παραμικρή ενημέρωση;

4. Πώς είναι δυνατόν οι σχολικοί σύμβουλοι, οι θεσμικά υπεύθυνοι για την ενημέρωση των καθηγητών και για τον έλεγχο και την αξιολόγηση της όλης μεταρρύθμισης να δηλώνουν παντελώς ανενημέρωτοι(!);

5. Πώς είναι δυνατόν να αναφέρεται στις οδηγίες για τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στην Α΄ Λυκείου ότι οι μαθητές σε αυτή τη φάση δεν είναι ώριμοι να κάνουν μετάφραση, όταν οι ίδιοι μετέφραζαν αρχαία κείμενα στο γυμνάσιο;

6. Πώς είναι δυνατόν να προτείνεται από φέτος για τα Νέα Ελληνικά η χρησιμοποίηση των εγχειριδίων και των 3 τάξεων του Λυκείου, όταν μέχρι σήμερα (τέλος Νοεμβρίου) οι μαθητές της Α΄ Λυκείου δεν έχουν πάρει ούτε το εγχειρίδιο της τάξης τους; Δεν υπονομεύεται απροκάλυπτα έτσι από το ίδιο το υπουργείο η όποια προσπάθεια μεταρρύθμισης;

7. Πώς είναι δυνατόν να εισάγεται τόσο βεβιασμένα (και βίαια) μια τόσο σημαντική μεταρρύθμιση χωρίς να γίνεται μια, έστω στοιχειώδης, δοκιμή στα πειραματικά σχολεία; Και επί τη ευκαιρία, μια συμπληρωματική ερώτηση: Τι ακριβώς εξυπηρετούν τα πειραματικά σχολεία;

8. Σε κάθε ευνομούμενο κράτος οι μαθητές που φοιτούν σε μια εκπαιδευτική βαθμίδα γνωρίζουν τις προϋποθέσεις πρόσβασης στην επόμενη. Πώς είναι δυνατόν στην Ελλάδα οι μαθητές της Α΄ Λυκείου να συμμετέχουν ήδη σε μια εκπαιδευτική διαδικασία από την οποία, όπως το ίδιο το Υπουργείο αφήνει να διαρρεύσει, θα κριθεί η είσοδός τους στην ανώτερη βαθμίδα, αλλά να μη γνωρίζουν τους κανόνες με

τους οποίους θα γίνει αυτή η επιλογή;

9. Στο ερώτημα που η ίδια η υφυπουργός θέτει: «Μήπως δημιουργηθούν ανισότητες, αφού είναι γνωστό ότι δε διαθέτουν όλα τα σχολεία τις ίδιες τεχνολογικές υποδομές;», η ίδια απαντά: «Η ως τώρα έρευνα στα ελληνικά σχολεία δείχνει ότι οι δημιουργικοί εκπαιδευτικοί βρίσκουν διεξόδους στα προβλήματα των υποδομών.» Είναι δυνατόν μια σοβαρή ηγεσία ενός κράτους που βασίζεται σε θεσμούς να θεωρεί ότι η πραγματοποίηση ενός τόσο σημαντικού μεταρρυθμιστικού προγράμματός της, που θα αλλάξει τη ρότα της ελληνικής κοινωνίας, εναπόκειται στη δημιουργικότητα των εκπαιδευτικών και μόνο; Και αν κάποιοι εκπαιδευτικοί δεν είναι τόσο δημιουργικοί; Το σύστημα θα καταρρεύσει; (Και επί τη ευκαιρία σε ποια έρευνα αναφέρεται η Κα υφυπουργός;)

10. Γιατί δεν δημοσιοποιούνται τα πορίσματα που προέκυψαν από την αποτίμηση της πορείας της προηγούμενης μεταρρύθμισης (Αρσένη); [Δεν φαντάζομαι να πιστεύει κανείς πως ένα σοβαρό υπουργείο μιας σοβαρής χώρας θα προχωρούσε ποτέ σε αλλαγή του εκπαιδευτικού του συστήματος, χωρίς να έχει προηγουμένως εκτιμήσει με μακροχρόνια έρευνα τα υπέρ και τα κατά του.]

11. Η γενικότερη κατάσταση στο χώρο της δευτεροβάθμιας παιδείας (κατάργηση σχολικών βιβλιοθηκών, κατάργηση γραφείων ΣΕΠ, δραματική περικοπή των αποδοχών των καθηγητών, ανυπαρξία ακόμη και των στοιχειωδέστερων υλικών, όπως χαρτιού και μελανιού που καθιστούν ακόμη πιο επώδυνη την έλλειψη βιβλίων) είναι το καταλληλότερο πλαίσιο για την προώθηση της μεταρρύθμισης; Ίσως η κα Υφυπουργός απαντήσει ότι οι δημιουργικοί εκπαιδευτικοί θα βρουν λύση σε όλα αυτά. Και πράγματι αυτό γίνεται χρόνια τώρα. Μήπως λοιπόν να σκεφτούμε και την προοπτική να καταργηθεί το υπουργείο; Οι δημιουργικοί εκπαιδευτικοί θα βρουν τρόπους να το υποκαταστήσουν!

Αν δεν υπάρξουν τεκμηριωμένες απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα θα είναι απολύτως δικαιολογημένη η υποψία πολλών εκπαιδευτικών ότι πρόκειται για μια ακόμη προχειρότατη επίδειξη μεταρρυθμιστικού έργου υπό το φόβο μιας πιθανής αλλαγής της ηγεσίας του Υπουργείου. Κοινώς, «να υπογράψουμε και εμείς μια μεταρρύθμιση και από εκεί και πέρα ΄΄γαία πυρί μειχθήτω΄΄». Και δυστυχώς για όλους μας, έτσι φαίνεται πως σκέπτονται οι υπεύθυνοι του Υπουργείου. Χαρακτηριστική της παραπάνω νοοτροπίας και η απάντηση που λάβαμε από σύμβουλο της κας Υφυπουργού, όταν σε συζήτησή μας πριν από λίγους μήνες σχετικά με τις συγχωνεύσεις των σχολείων της αναπτύξαμε τις ενστάσεις μας και τους φόβους μας για τις δυσλειτουργίες που θα υπάρξουν. Μας απάντησε λοιπόν πως σε όλες τις προηγμένες χώρες της Ευρώπης, όπως στη Φιλανδία, λειτουργούν μεγάλα σχολεία. Με τη συγχώνευση λοιπόν θα αποκτήσουμε και εμείς το ίδιο σχολείο!!!

Γιώργος Πλακίδας, Καθηγητής 1ου Λυκείου Βύρωνα


Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2011

Αφιέρωμα στις επιπτώσεις της οικονομικής πολιτικής στην εκπαίδευση: Τι έχασε, τι έχει, τι της πρέπει


Σκοπός του αφιερώματος αυτού είναι να αναδείξει και να αναλύσει διεξοδικά όψεις των επιπτώσεων της οικονομικής πολιτικής που ακολουθεί με συνέπεια και η νέα κυβέρνηση σε ποικίλους τομείς της εκπαίδευσης.

Είναι προφανές ότι δεν εκτιμώνται τα πάντα μόνο με οικονομικούς όρους, ούτε η εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων για την εκπαίδευση οδηγεί αυτόματα και στην αναβάθμιση της εκπαίδευσης.

Από την άλλη πλευρά, όμως, είναι αναντίρρητο ότι η επαρκής οικονομική στήριξη της εκπαίδευσης αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για την επιδίωξη ενός τέτοιου στόχου.

Άλλωστε η διεθνής εμπειρία έδειξε ότι στις χώρες όπου εφαρμόστηκαν ανάλογες πολιτικές οι συνέπειες στην εκπαίδευση, και ειδικότερα σε ό,τι αφορά την ισότιμη πρόσβαση όλων των παιδιών στα μορφωτικά αγαθά, υπήρξαν καταστροφικές.

Στο παρόν τεύχος γίνεται καταρχάς μια γενική αναφορά στο όλο ζήτημα. Στη συνέχεια εξετάζονται οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης και της πολιτικής των Μνημονίων στις δαπάνες για την εκπαίδευση (προϋπολογισμός του 2012), στην εκπαίδευση των ελληνόπουλων της ομογένειας, στις δομές συμβουλευτικής και προσανατολισμού και στους συμβουλευτικούς σταθμούς νέων.

Επιδίωξή μας είναι να συνεχίσουμε το αφιέρωμα σε επόμενα τεύχη του ΠκΚ αναδεικνύοντας και άλλες πλευρές των εκπαιδευτικών προβλημάτων που δημιούργησε ή όξυνε η κρίση.

Οι σοβαρές δυσλειτουργίες και τα μεγάλα προβλήματα στην εκπαίδευση φάνηκαν με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς. Ήδη πριν τον καθιερωμένο αγιασμό η ηγεσία του Υπ. Παιδείας με μεγάλη ευκολία και άνεση έκανε λόγο για «τεράστιες δυσκολίες» και για τη «δυσκολότερη μεταπολεμική σχολική χρονιά». Απέφυγε να αναγνωρίσει, ωστόσο, τις μεγάλες ευθύνες που χρεώθηκε -όπως και συνολικά η κυβέρνηση- καθώς, ακολουθώντας με συνέπεια την κατεδαφιστική πολιτική των Μνημονίων, οδήγησε την εκπαίδευση στην τραγική σημερινή κατάσταση.

Αυτή την πολιτική ανέλαβε σήμερα να συνεχίσει και να ενισχύει η νέα, τρικομματική κυβέρνηση, με τη συμμετοχή και τις ευλογίες της ακροδεξιάς. Μια συναινετική πολιτική σε πλήρη ευθυγράμμιση με τους στρατηγικούς στόχους της νεοφιλελεύθερης εκπαιδευτικής πολιτικής της ΕΕ και του ΔΝΤ, προανάκρουσμα της οποίας υπήρξε η συντηρητική συναίνεση στον τελευταίο νόμο για τη δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση, που ευθέως την υπονόμευσε και την κατέστησε υποχείριο της αγοράς.

Το εκπαιδευτικό κίνημα καλείται σήμερα να αντιμετωπίσει:

l την περαιτέρω προώθηση του λεγόμενου «Νέου Σχολείου», με αρνητικές συνέπειες στο περιεχόμενο της μόρφωσης, στη δομή και στη λειτουργία του σχολείου,

l μια σειρά πρόχειρες και αποσπασματικές αλλαγές στο περιεχόμενο των μαθημάτων και τη διδακτική μεθοδολογία, συνήθως σε συντηρητική κατεύθυνση, χωρίς κατάλληλη προετοιμασία και χωρίς να έχουν εξασφαλιστεί οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις εφαρμογής τους,

l την εξακολούθηση της πολιτικής των περικοπών, με συγχωνεύσεις και καταργήσεις σχολικών μονάδων, πληθωρικά σχολικά τμήματα, μείωση των λειτουργικών εξόδων των σχολείων και συνολικά μείωση των δαπανών για την εκπαίδευση,

l το συναφές πρόβλημα της υποχρεωτικής καθημερινής μετακίνησης των μαθητών σε μικρές ή μεγάλες αποστάσεις, συχνά κάτω από δύσκολες συνθήκες με όλες τις αρνητικές συνέπειες,

l την πολιτική της μείωσης των διορισμών (στους 10 που αποχωρούν διορίζεται ένας) σε συνδυασμό με την πρακτική της «εφεδρείας», που αναμένεται να οξύνει περισσότερο τα προβλήματα λειτουργίας των σχολείων,

l την αδιαφορία για την ουσιαστική βελτίωση της αρχικής εκπαίδευσης και της συνεχούς επιμόρφωσης όλων των εκπαιδευτικών με όρους που θα διασφαλίζουν αποτελεσματικότητα και διαφάνεια,

l τη διεύρυνση ελαστικών εργασιακών σχέσεων στο χώρο της εκπαίδευσης σε συνδυασμό με τις απάνθρωπες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις των εκπαιδευτικών

l την έλλειψη σχολικών βιβλίων ακόμη και μετά τη λήξη του πρώτου τριμήνου, που έχει οδηγήσει σε αναζήτηση υποκατάστατων όπως τα μεταχειρισμένα βιβλία, οι σημειώσεις και οι φωτοτυπίες,

l τη μόνιμη υποχρηματοδότηση της εκπαίδευσης, με αποτέλεσμα οι σχολικές επιτροπές να μην έχουν χρήματα για τις πιο στοιχειώδεις ανάγκες τους,

l την προσπάθεια εφαρμογής του νέου θεσμικού πλαισίου για την τριτοβάθμια εκπαίδευση αντί οιουδήποτε τιμήματος και την καταστολή των αγώνων που αναλαμβάνονται για την ακύρωσή του στην πράξη,

l την ενίσχυση του αυταρχισμού και των διώξεων όσων αντιστρατεύονται αυτή την πολιτική, με στόχο τη βίαιη επιβολή της.

Αξίζει να αναφερθούμε ιδιαίτερα σε δύο κατηγορίες προβλημάτων που έχουν ιδιαίτερη σημασία.

Η πρώτη αφορά την κατάργηση ή τον περιορισμό εκπαιδευτικών δομών και υπηρεσιών που αποσκοπούν στην «αντιστάθμιση» δυσκολιών ή ιδιαιτεροτήτων που κάποια παιδιά αντιμετωπίζουν στο σχολείο με ιδιαίτερη οξύτητα. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν η ενισχυτική διδασκαλία και η πρόσθετη διδακτική στήριξη (που έχουν ουσιαστικά καταργηθεί), μέτρα στήριξης παιδιών μεταναστών όπως οι τάξεις υποδοχής και τα φροντιστηριακά τμήματα (που στα περισσότερα σχολεία δεν εφαρμόζονται), η εκπαίδευση των ελληνόπουλων στο εξωτερικό (που δοκιμάζεται σκληρά από περικοπές πόρων και καταργήσεις σχολικών μονάδων), ανάλογα μέτρα για τις δομές στήριξης παιδιών με ειδικές ανάγκες ή/και αναπηρίες (που διαρκώς συρρικνώνονται), τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας (που αποστερήθηκαν έμπειρο και ειδικά εκπαιδευμένο προσωπικό), οι Συμβουλευτικοί Σταθμοί Νέων (που κατά βάση έχουν καταργηθεί) κ.λπ. Σε αντιστάθμισμα κάποιων από αυτά εξαγγέλθηκε ότι θα λειτουργήσουν σε συγκεκριμένα σχολεία οι λεγόμενες «Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας», αλλά η εφαρμογή τους μέχρι σήμερα έχει περιοριστεί σε πειραματικό στάδιο.

Στη δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνονται δομές, υπηρεσίες και εκπαιδευτικές πρακτικές που, αν και διευρύνουν την παρεχόμενη μόρφωση στο δημόσιο σχολείο και καθιστούν τη μαθησιακή διαδικασία πιο ελκυστική και αποτελεσματική, τίθενται και αυτές υπό τη δαμόκλειο σπάθη των περικοπών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι σχολικές βιβλιοθήκες –όσες και όπου υπήρχαν-, που ουσιαστικά αχρηστεύτηκαν, τα αθλητικά σχολεία και οι αθλητικές δραστηριότητες, που καταργήθηκαν, η αγωγή υγείας, η περιβαλλοντική εκπαίδευση και οι πολιτιστικές δραστηριότητες, που συρρικνώθηκαν, οι δομές συμβουλευτικής και προσανατολισμού, που περιορίστηκαν μέχρι την ολοσχερή εξαφάνισή τους κ.ο.κ. Το δημόσιο σχολείο σταδιακά αποψιλώνεται από τέτοιες δομές στο βωμό της εξοικονόμησης πόρων με αποτέλεσμα να γίνεται πιο τεχνοκρατικό και απωθητικό, και λιγότερο αποτελεσματικό.

Για μια πληρέστερη εικόνα της κατάστασης πρέπει να επισημανθεί η ουσιαστική κατάργηση της καλλιτεχνικής και αισθητικής αγωγής, της παιδείας του πολίτη και της πολιτικής επιστήμης καθώς και της πληροφορικής στο λύκειο, η υποβάθμιση της διδασκαλίας των ξένων γλωσσών στο Δημοτικό και στο Λύκειο, οι περιορισμοί που τίθενται στη λειτουργία των καλλιτεχνικών και μουσικών σχολείων, η πολιτική που ακολουθείται στον τομέα των πειραματικών σχολείων (καταργήσεις κάποιων από αυτά σε συνδυασμό με καθιέρωση «αριστοκρατικών» διαδικασιών) κ.λπ.

Για την κάλυψη των κενών που δημιουργεί αυτή η αποψίλωση της εκπαίδευσης η ελληνική οικογένεια είναι αναγκασμένη να προστρέξει στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Επιβαρύνεται έτσι αφόρητα ο οικογενειακός προϋπολογισμός σε μια περίοδο που οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν δυσβάσταχτα τα βάρη της γενικότερης οικονομικής πολιτικής.

Γενικότερα, πρέπει να σημειωθεί ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα το ελληνικό σχολείο επιβαρύνουν κυρίως τα παιδιά που προέρχονται από πιο φτωχά οικονομικά περιβάλλοντα, όπου συνήθως παρατηρείται και μια πολιτισμική ασυνέχεια ανάμεσα στο σχολείο και στην οικογένεια. Σε αυτά τα περιβάλλοντα παρέχονται στο παιδί ερεθίσματα και πρότυπα που συνήθως βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση από εκείνα που ζητάει το σχολείο.

Η ανάγκη ανάπτυξης αγώνων

Τα ζητήματα της εκπαίδευσης πρέπει να αποτελέσουν πόλο συσπείρωσης, σε συνάρτηση με τα γενικότερα πολιτικά ζητήματα. Ταυτόχρονα, πρέπει να αναδειχθούν τα συγκεκριμένα προβλήματα που αντιμετωπίζει κάθε σχολείο, με έμφαση σε θέματα όπως τα κενά και οι ελλείψεις διδακτικού προσωπικού, οι καταργήσεις/συγχωνεύσεις σχολείων, τα πληθωρικά σχολικά τμήματα, η έλλειψη σχολικών βιβλίων και βιβλιοθηκών ή η κατάργηση βασικών μαθημάτων (κυρίως στο Λύκειο). Τα προβλήματα αυτά συνδέονται άμεσα με τα ζητήματα ισότητας εκπαιδευτικών ευκαιριών (σχολική αποτυχία/διαρροή, διακρίσεις, μορφές αντισταθμιστικής εκπαίδευσης κ.τ.ό.) και αυτή η σχέση πρέπει να αναδεικνύεται σε κάθε περίπτωση.

Ήδη από την προηγούμενη χρονιά αναπτύχθηκε ένα ιδιαίτερα μαζικό και μαχητικό εκπαιδευτικό κίνημα (γονείς-μαθητές-εκπαιδευτικοί), που συχνά πρωταγωνίστησε ενάντια σε αυτή την πολιτική, όπως συνέβη με τις καταργήσεις και συγχωνεύσεις σχολείων.

Αυτό το κίνημα πρέπει να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο την τρέχουσα συγκυρία, με βασική επιδίωξη την αποτελεσματική αντιπαράθεση σε αυτή την πολιτική με την ταυτόχρονη προβολή ενός άλλου σχεδίου για την εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες.

Η πολιτική της συναίνεσης και της υποταγής πρέπει να απαξιωθεί στη συνείδηση των πολιτών, και μάλιστα πρώτα εκεί από όπου ξεκίνησε: στην εκπαίδευση.

Παύλος Χαραμής

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011

«Αρνούμαι να συμβάλω ως πρόεδρος του Τμήματος στη διάλυσή του»


Με επιστολή του προς τη Γενική Συνέλευση του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και τον Πρύτανη, ο πρόεδρος του Τμήματος Νίκος Θεοτοκάς δηλώνει την παραίτησή του, αρνούμενος να συναινέσει στην εφαρμογή του νόμου Διαμαντοπούλου-Γεωργιάδη. Ολόκληρη η επιστολή της παραίτησης έχει ως εξής:


Αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι,

Με λύπη μου, σας παρακαλώ να δεχθείτε την παραίτησή μου από τη θέση του Προέδρου του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας.

Όλα αυτά τα χρόνια υπηρέτησα, ενίοτε καθ’ υπερβολή, τις αρχές του δημοσίου και ακαδημαϊκού πανεπιστημίου εντός των ορίων που έθετε η κείμενη νομοθεσία.
Ο Νόμος 4000 και 9 (που προέκυψε χωρίς κανέναν διάλογο με τα Ιδρύματα, ψηφίστηκε από τέσσερα κοινοβουλευτικά κόμματα και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 195/06.09.2011) καταλύει, φοβάμαι, τη συνταγματική νομιμότητα, καταργεί τα συλλογικά όργανα και τον ακαδημαϊκό χαρακτήρα των ΑΕΙ, χειραγωγεί την έρευνα και προσβάλλει την αξιοπρέπεια των πανεπιστημιακών λειτουργών. Αντί, δηλαδή, να διορθώνει τα πολλά κακώς κείμενα, καταστρέφει τον ίδιον τον πανεπιστημιακό θεσμό.
Ωστόσο, ό,τι και να λέω κι ό,τι και να φοβάμαι, όσο και να συντάσσομαι με όσες και όσους ζητούν την κατάργησή του, ο 4009 είναι πλέον νόμος του κράτους.

Σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις και την υπ’ αρ. πρωτ. 106639/Β1 Εγκύκλιο του Ειδικού Γραμματέα Α.Ε. καθηγ. Β. Παπάζογλου, οι διοικήσεις των Τμημάτων (παρά τις ρητές διατάξεις οι οποίες τα καταργούν) θα συνεχίσουν να λειτουργούν ως τα τέλη της τρέχουσας ακαδημαϊκής χρονιάς «μέχρι την έκδοση των Π.Δ. για την μετατροπή των υφιστάμενων Τμημάτων σε Προγράμματα Σπουδών».

Αρνούμαι να συμβάλω ως πρόεδρος του Τμήματος στη διάλυσή του. Αρνούμαι να υπογράψω τις διοικητικές πράξεις που διαλύουν το επιστημονικό περιεχόμενο των προγραμμάτων σπουδών και των πτυχίων, που καταστρέφουν την οργανική σύνδεση της διδασκαλίας με την παραγωγή νέας γνώσης, που θέτουν σε «εργασιακή εφεδρεία» το ήδη αριθμητικά ελλιπές διοικητικό προσωπικό. Αρνούμαι να προωθήσω τις διαδικασίες που καταστρέφουν όσα, λίγα και σημαντικά, δημιουργήσαμε υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες. Αρνούμαι, τέλος, να αποδοκιμάσω έργοις (ως εκ της θεσμικής θέσης μου) τις δίκαιες αντιδράσεις των φοιτητών, ακόμη κι όταν συμβαίνει να μην συμμερίζομαι τις μορφές ή τα πεπραγμένα του αγώνα τους.

Παρά την τυπική κατάργηση, θέλω να πω, των συλλογικών οργάνων, ας μην διαγράψουμε (παρά τα λάθη, τις υπερβολές ή τις αστοχίες) όσα μας έχουν κάνει περήφανες και περήφανους για τη δουλειά μας κι ας κρατήσουμε (παρά τα κελεύσματα των καιρών) ως κόρη οφθαλμού την εμμονή μας τις αξίες της επιστήμης και τις αρχές της συλλογικότητας και της δημοκρατίας. Αν το πετύχουμε αυτό, αν επιμένουμε να φυσάμε λίγο απ’ το οξυγόνο που κρατά η εκπνοή μας, θα μείνει αναμμένο το καρβουνάκι της ελπίδας. Και τότε, αν το καταφέρουμε αυτό το ασήκωτα ολίγο, πάλι εδώ θα είμαστε όλες και όλοι ν’ αλλάξουμε τα πράγματα ή να φτιάξουμε τους συσχετισμούς για τη μεταλλαγή τους δια της συμμετοχής.

Συναδελφικά, Νίκος Θεοτοκάς

αναδημοσίευση από το http://www.rednotebook.gr/

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2011

"Είστε μαζί μας;"


Η αγανάκτηση της εφηβείας και η απόφασή της να διεκδικήσει το παρόν και το μέλλον της «ανάβει» φωτιά!
Καταλήψεις για βιβλία, για καθηγητές, για κάλυψη των αναγκών των σχολείων, για ακύρωση των συγχωνεύσεων, για την υπεράσπιση του δημόσιου σχολείου, του δημόσιου πανεπιστημίου και του ασύλου। Όλα τα βάζουν τα παιδιά, όλα τα διεκδικούν, από τα πιο μικρά μέχρι τα πιο μεγάλα. Και, ναι, ζητούν να μην ακριβύνει η τυρόπιτα. Να μην αυξηθεί το ΦΠΑ στα είδη του κυλικείου των σχολείων.
«Είστε μαζί μας;»। Μ’ αυτό το αφοπλιστικό ερώτημα απευθύνονται τα παιδιά στους γονείς και τους εκπαιδευτικούς. Σε όλη την κοινωνία. Το διατυπώνουν οι μαθητές του Βύρωνα και του Καρέα, όταν αποφασίζουν κατάληψη. Την απόφασή τους διαβάζουν στους γονείς τους.

Εμείς, καμαρώνουμε για τέτοια παιδιά , πιστεύουμε ότι το "παιχνίδι" δεν χάθηκε και τους λέμε ένα μεγάλο εύγε !!!

«Είμαστε οι μαθητές από τα σχολεία του Βύρωνα και του Καρέα που θέλουμε να δείξουμε την αποστροφή μας στα νέα μέτρα που μας αφορούν και μας επηρεάζουν άμεσα! Είμαστε οι μαθητές που θέλουμε να αγωνιστούμε για να έχουμε το σχολείο που μας αξίζει και το μέλλον που ονειρευόμαστε!

Δεν θέλουμε:
Συγχωνεύσεις - καταργήσεις σχολείων. Κατάργηση των δωρεάν βιβλίων (κατάργηση του οργανισμού εκδόσεων). Μείωση της χρηματοδότησης των σχολείων. Μεταφορά των εξόδων στους γονείς. Φάκελο του μαθητή, που ποινικοποιεί κάθε μας κινητοποίηση. Ελλείψεις καθηγητών. Την κατάργηση ασύλου.

Ποιος μπορεί να μας ζητήσει να σκύψουμε το κεφάλι;

Συντονιστήκαμε, οργανωθήκαμε, φωνάξαμε, διαδηλώσαμε, αντισταθήκαμε. Συνεχίζουμε τον αγώνα μας μαζικό, συλλογικό και ακόμα πιο δυναμικό. Εμείς δεν το θέλουμε αυτό το σχολείο, δεν θα είναι το σχολείο μας. Θα διεκδικήσουμε το δικαίωμα στη μόρφωση, στις σπουδές και στην εργασία.

Όχι στο σχολείο του Μνημονίου - Δημόσια και δωρεάν παιδεία για όλους.

Δεν θα σταματήσουμε εδώ! Θα παλέψουμε όσο μπορούμε! Θα αποδείξουμε πόσο έπρεπε να μας υπολογίσουν! Αν δεν καταφέρουμε να επιτύχουμε, τουλάχιστον θα έχουμε μάθει πόσο αξίζει να επιμένουμε και να διεκδικούμε το δίκιο μας, το μέλλον, τη ζωή μας.

Άλλωστε ο μόνος χαμένος αγώνας είναι αυτός που δεν δίνεται.

Είστε μαζί μας;

Μαθητές από σχολεία Βύρωνα – Καρέα


Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2011

Άκρως προβληματική η εφαρμογή του νέου νόμου - πλαισίου για τα ΑΕΙ


ΤΟΥ ΜΑΝΟΛΗ Γ. ΔΡΕΤΤΑΚΗ*

Το 10λεπτο τηλεφώνημα του πρωθυπουργού προς τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης και η συμφωνία τους να υπερψηφιστεί ο νέος νόμος - πλαίσιο -εκτός του ότι επιβεβαιώνει ότι οι πολιτικές που υποστηρίζουν τα δύο κόμματα εξουσίας, παρά τις ρητορείες τους, ουσιαστικά ταυτίζονται- είναι προάγγελος συγκυβέρνησης στις αναπόφευκτες πρόωρες εκλογές, στις οποίες κανένα από τα δύο κόμματα δεν πρόκειται να αποσπάσει, έστω και με το bonus των 50 εδρών, απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή. Το πολύ πιθανό αυτό ενδεχόμενο πρέπει να προβληματίσει σοβαρά όλα τα κόμματα της αριστεράς. Οι δύο βασικές αλλαγές του νέου νόμου - πλαισίου στις οποίες κατέληξαν οι αρχηγοί των δύο κομμάτων είναι από τη μια μεριά η ανάδειξη του πρύτανη από το σύνολο των μελών - ΔΕΠ του καθενός ΑΕΙ από 3 υποψηφίους που, μετά από προκήρυξη της θέσης, θα προτείνει το Συμβούλιο του Ιδρύματος, και από την άλλη η πλήρης κατάργηση του ασύλου.

Η συμμετοχή 6 (αντί των αρχικών 7) μελών στο 15μελές Συμβούλιό του κάθε ΑΕΙ, τα οποία δεν θα είναι μέλη του ΔΕΠ του, και το γεγονός ότι το Συμβούλιο, μετά από προκήρυξη της θέσης, θα προτείνει τους 3 υποψηφίους από τους οποίους το σύνολο των μελών ΔΕΠ θα επιλέγει τον πρύτανη, σημαίνει ότι το πρόβλημα της αντισυνταγματικότητας του νόμου -που έχει επισημανθεί από έγκυρους συνταγματολόγους- εξακολουθεί να παραμένει, και γίνεται οξύτερο αν ανάμεσα στους 3 προτεινόμενους δεν υπάρχει μέλος του ΔΕΠ του ΑΕΙ ή, αν υπάρχει, εκείνος που θα εκλεγεί πρύτανης δεν είναι μέλος του.

Εκτός όμως από την εκλογή του πρύτανη, υπάρχει και το πρόβλημα αντισυνταγματικότητας στο διορισμό των κοσμητόρων των Σχολών, οι οποίοι θα πρέπει κανονικά να εκλέγονται από τα μέλη του ΔΕΠ της Σχολής.

Σε ό,τι αφορά το άσυλο, είναι γενικά παραδεκτό ότι έχει γίνει μεγάλη κατάχρηση του, η οποία, σε ορισμένες περιπτώσεις, φτάνει στην ουσιαστική καταπάτησή του από καταληψίες, οι οποίοι εγκαθίστανται μόνιμα σε χώρους ορισμένων ΑΕΙ. Είναι, επιπλέον, απαράδεκτα: η καταφυγή μικροπωλητών σε αυλές των Ιδρυμάτων, οι βανδαλισμοί που διαπράττονται σε όλους τους χώρους τους, η καταστροφή δημόσιας περιουσίας, το αποκρουστικό θέαμα που εμφανίζουν όχι μόνο οι εξωτερικοί τοίχοι, αλλά και οι εσωτερικοί χώροι των ΑΕΙ κ.λπ. Όλα αυτά πρέπει να εκλείψουν οριστικά. Το ζητούμενο είναι: με ποιο τρόπο; Θα το πετύχει άραγε η πλήρης κατάργηση του ασύλου; Και πώς μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος αυθαιρεσιών από επεμβάσεις στα Ιδρύματα από τα Σώματα Ασφαλείας ή από μεμονωμένα μέλη τους;

Το πρόβλημα της λειτουργίας των Τμημάτων (ανάδειξη προέδρων κ.λπ.) εξακολουθεί να υπάρχει και μετά την απόφαση να απαλειφθεί από το αρχικό νομοσχέδιο η διάταξη για εισαγωγή στις Σχολές. Προβληματική είναι και η νέα διάταξη για την δυνατότητα αλλαγής Τμήματος από τους εισαχθέντες σ’ αυτό φοιτητές, δεδομένου ότι η μετακίνηση μεγάλου αριθμού προς ορισμένα Τμήματα θα περιορίσει τον αριθμό των εισακτέων σ’ αυτά το επόμενο ή τα επόμενα έτη.

Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα ΑΕΙ είναι η ανεπάρκεια των πόρων που διατίθενται σ’ αυτά από τον κρατικό προϋπολογισμό. Σχετικά με το πρόβλημα αυτό σ’ ένα άρθρο του στην «Καθημερινή της Κυριακής» της 31.7.11 με τίτλο «Εκσυγχρονισμός της Ανώτατης Εκπαίδευσης» ο Πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας και Τεχνολογίας της Ελλάδας, καθηγητής και ακαδημαϊκός Σταμάτης Κριμιζής, ανάμεσα στα άλλα, αναφέρει και τα εξής:

«Τα ελληνικά πανεπιστήμια, ανεξαιρέτως, δεν εμφανίζονται στα πρώτα 200 καλύτερα, και σπάνια στα πρώτα 300 του κόσμου, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν 'νησίδες αριστείας' σε ορισμένα τμήματα. Η καταγεγραμμένη αυτή έλλειψη ποιότητας δεν μπορεί να οφείλεται αποκλειστικά στην ελλιπή χρηματοδότηση, διότι η επιχορήγηση της ανώτατης εκπαίδευσης ως ποσοστό του ΑΕΠ από την πολιτεία είναι πάνω από τον μέσο όρο των κρατών της Ευρωζώνης».

Είναι γνωστό ότι το ποσοστό του ΑΕΠ που αφιερώνεται στην εκπαίδευση αποτελεί ένα από τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται, όταν αναφερόμαστε και στις τρεις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Το ίδιο όμως ποσοστό μπορεί να κατανέμεται σε μεγάλο ή μικρό αριθμό μαθητών, σπουδαστών και φοιτητών. Για τον λόγο αυτό ένα ακριβέστερο κριτήριο που χρησιμοποιείται είναι η κατά κεφαλή χρηματοδότηση, παίρνοντας υπόψη το σύνολο του μαθητικού και φοιτητικού/σπουδαστικού πληθυσμού όταν εξετάζεται η εκπαίδευση ως σύνολο και τον αριθμό των φοιτητών/σπουδαστών όταν εξετάζεται η τριτοβάθμια εκπαίδευση. Προκειμένου να υπάρχει συγκρισιμότητα ανάμεσα στα κράτη, χρησιμοποιούνται ποσά σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης (ΜΑΔ).

Με βάση τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας της Ε.Ε., της Eurostat, για το έτος 2005 (αυτά τα στοιχεία είχε υπόψη του και ο κ. Κριμιζής, δεδομένου ότι για τη χώρα μας δεν υπάρχουν στοιχεία για τα επόμενα χρόνια), πράγματι, η Ελλάδα διέθετε το 2005 για την τριτοβάθμια εκπαίδευση ποσοστό του ΑΕΠ υψηλότερο του μέσου όρου της Ε.Ε. Ανάμεσα στα 26 κράτη για τα οποία υπάρχουν σχετικά στοιχεία για το έτος αυτό, η Ελλάδα κατείχε την 7η θέση.

Η θέση όμως της χώρας μας είναι εντελώς διαφορετική όταν εξετάζουμε τις δημόσιες δαπάνες σε ΜΑΔ ανά φοιτητή/σπουδαστή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ανάμεσα στα 24 κράτη για τα οποία υπάρχουν σχετικά στοιχεία, η Ελλάδα, με βάση το κριτήριο αυτό, κατείχε τη 18η θέση ανάμεσα στα 24 κράτη-μέλη της Ε.Ε.27 και μόνο 6 κράτη της πρώην Ανατολικής Ευρώπης (και τώρα νέα μέλη της Ε.Ε.27) διέθεταν χαμηλότερα ποσά ανά φοιτητή/σπουδαστή (στην Ελλάδα οι δαπάνες αυτές σε ΜΑΔ ήταν 5.050 έναντι 8.175 στην Ε.Ε.27 ως σύνολο).

Σε ό,τι αφορά το πρόβλημα αυτό, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η χώρα μας το 2005 διέθεσε για την τριτοβάθμια εκπαίδευση πολύ υψηλότερα ποσά ανά φοιτητή από εκείνα που διέθεσε (λόγω Μνημονίων) το 2010 και θα διαθέσει το 2011. Και αυτά όμως θα συρρικνωθούν αν εφαρμοστούν οι διατάξεις του νέου νόμου - πλαισίου για τα ΑΕΙ.

Από όσα προαναφέρθηκαν είναι σαφές ότι είναι άκρως προβληματική η εφαρμογή του νέου νόμου-πλαισίου στα ΑΕΙ. Και αυτό έχει ήδη διαφανεί από τις πρώτες αντιδράσεις των Ιδρυμάτων.

*Ο Μανόλης Γ. Δρεττάκης είναι τέως αντιπρόεδρος της Βουλής, υπουργός και καθηγητής της ΑΣΟΕΕ

Τι επιδιώκει η σαρωτική μεταρρύθμιση στα πανεπιστήμια


Τέλη Αυγούστου και σε κάθε φοιτητικό σύλλογο γίνονται μαζικές γενικές συνελεύσεις. Οι σύλλογοι αποφασίζουν καταλήψεις και στον πρώτο γύρο έχουμε πάνω από 200 τμήματα πανελλαδικά υπό κατάληψη. Η πιο εκρηκτική μαζική και άμεση μέχρι τώρα απάντηση του φοιτητικού κινήματος παγώνει τα θριαμβευτικά χαμόγελα της Άννας Διαμαντοπούλου, οι φοιτητές και φοιτήτριες είναι οργισμένοι και αποφασισμένοι να ανατρέψουν τα σχέδια της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.

Είναι αδύνατον να καταλάβουμε τι συμβαίνει στο πανεπιστήμιο αν δεν δούμε τις τάσεις στην αγορά εργασίας και στις εργασιακές σχέσεις. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ μαζί με τους συμμάχους της κάνει την κρίση ευκαιρία για να περάσει πιο γρήγορα και πιο επιθετικά μια σειρά από μέτρα που έχουν ως στόχο την υποτίμηση της εργασίας και την ανάπτυξη ενός περισσότερο κερδοφόρου, αυταρχικού και επιθετικού καπιταλισμού. Σε αυτή την κατεύθυνση εντάσσεται και ο νέος νόμος για το πανεπιστήμιο:

1. Κατακερματίζει τις σπουδές και δημιουργεί μια ιεραρχία πτυχίων και πιστοποιήσεων πολλών ταχυτήτων.

2. Επιβάλλει την πλήρη επιχειρηματικοποίηση των ΑΕΙ και απελευθερώνει κάθε επιχειρηματική - κερδοσκοπική δραστηριοτήτων στο εσωτερικό των ιδρυμάτων.

Ως φυσική συνέπεια και μοχλό υλοποίησης των παραπάνω διαλύει κάθε δημοκρατική διαδικασία στο εσωτερικό των ιδρυμάτων.

Ο κεντρικός στόχος είναι τα πανεπιστήμια να βγάζουν γρήγορα αποφοίτους που θα ξέρουν ακριβώς ότι χρειάζεται η αγορά στη συγκεκριμένη συγκυρία (και τίποτα παραπάνω!). Αποφοίτους που θα έχουν αποκτήσει κάποιες βασικές δεξιότητες, δεν θα έχουν δαπανηθεί λεφτά ώστε να έχουν γενική επιστημονική μόρφωση, και θα πετιούνται γρήγορα στην αγορά εργασίας με μισθό 470 ευρώ. Για αυτόν τον λόγο έχουμε προγράμματα σπουδών αλά καρτ που θα δημιουργούνται και θα κλείνουν με εντολή του πρύτανη, σπουδές μονοετείς, διετείς, βασικό τρίχρονο κύκλο και μετά δεύτερο κύκλο που θα απαιτεί δίδακτρα, σπουδές full-time, part-time, σπουδές από απόσταση... Είναι ήδη προφανές ότι για να φοιτήσει κάποιος σε ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα σπουδών που θα διέπεται από επιστημονική πειθαρχία και θα είναι ανάλογο του σημερινού 4ετούς ή 5ετούς πτυχίου θα χρειαστεί να πληρώσει δίδακτρα για τον διετή ή μονοετή δεύτερο κύκλο.

Τα ιδρύματα μετατρέπονται σε Α.Ε. που αν θέλουν να επιβιώσουν δεν μπορεί παρά να κερδοσκοπούν όπως κάθε επιχείρηση. Θα μπορούν να νοικιάζουν και να πουλάνε περιουσία, να ανοίγουν θυγατρικές, να παράγουν σε μικρή κλίμακα, να παίρνουν έρευνες κατά παραγγελία, να φτιάχνουν έδρες από χορηγίες, να πουλάνε σε τρίτους υπηρεσίες εκπαίδευσης, να πουλάνε μελέτες και γνωματεύσεις. Η γνώση προφανώς ανήκει σε αυτόν που θα χρηματοδοτεί την έρευνα, χωρίς να έχει καμία σχέση με το δημόσιο πανεπιστήμιο στο οποίο η γνώση είναι κοινωνικό αγαθό. Η διδασκαλία κι η έρευνα αποκτούν ένα κυρίαρχο κριτήριο, το αν μπορούν να αποκτήσουν χρηματική αξία. Έχουμε να αντιμετωπίσουμε ένα σύστημα παραγωγής γνώσης για την ανταλλαγή και το κέρδος. Οτιδήποτε δεν χωράει στο συγκεκριμένο πλαίσιο περιθωριοποιείται.

Είναι προφανές ότι μια τέτοια επιχείρηση παροχής υπηρεσιών εκπαίδευσης δεν μπορεί να διοικείται δημοκρατικά, να δημιουργεί εστίες ελευθερίας, συλλογικότητας και κριτικής στο εσωτερικό της, να έχει άσυλο που θα υπερασπίζεται και θα προστατεύει τους κοινωνικούς αγώνες. Ο πιο σκληρός μηχανισμός πειθάρχησης στις κατευθύνεις, στα κριτήρια και στους σκοπούς της αγοράς είναι ο μηχανισμός πιστοποίησης, οι αξιολογητές του οποίου μπορούν να εισηγηθούν πλήρη διακοπή της χρηματοδότησης σε όποιο ΑΕΙ δεν συμμορφώνεται.

Με βάση τα παραπάνω ο νόμος δεν είναι ούτε ανεφάρμοστος, ούτε απλώς αντισυνταγματικός. Είναι απολύτως ευθυγραμμισμένος με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας και ως εκ τούτου απολύτως εχθρικός και πολεμικός προς τα συμφέροντα του κόσμου της εργασίας και της νεολαίας.

Το Λύκειο της αμάθειας!


ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΑΤΣΙΚΑ

Η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, εδώ και μήνες, με υπερκατανάλωση εύηχων λέξεων και επιδέξιων λόγων, έχει πιάσει όλα τα στασίδια των media για να «πουλήσει» τις προωθούμενες αλλαγές σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες σαν τον εκπαιδευτικό παράδεισο.

Το υπουργείο Παιδείας, συναγωνιζόμενο τον Βαρώνο Μιγχάουζεν, νονός της πιο διεστραμμένης διαστρέβλωσης των λέξεων και των εννοιών, προσπαθεί, αφενός, να σκεπάσει τα υπαρκτά προβλήματα που έχει δημιουργήσει η αντιεκπαιδευτική πολιτική στο σύνολο της εκπαιδευτικής κοινότητας από το νηπιαγωγείο ώς το Πανεπιστήμιο, αφετέρου να παρουσιάσει το πιο αντιδραστικό εκπαιδευτικό «πακέτο» μετά τη μεταπολίτευση σαν δώρο στην ελληνική κοινωνία και στη νεολαία.

Σε μια περίοδο που στο σύνολό της η εκπαίδευση, από το νηπιαγωγείο έως το Πανεπιστήμιο, στενάζει κυριολεκτικά από τις περικοπές και τις συνέπειές τους, οι προωθούμενες αλλαγές χρησιμοποιήθηκαν αφενός για να καλύψουν τις διαμαρτυρίες της εκπαιδευτικής κοινότητας και αφετέρου για να παραπλανήσουν την κοινή γνώμη.

Στην πραγματικότητα βρισκόμαστε μπροστά στην εξέλιξη μιας επιχείρησης για να προσαρμοστούν η εκπαίδευση και η εργατική δύναμη στις «νέες συνθήκες», κοντολογίς στην ευελιξία, αποδοτικότητα, ανταγωνιστικότητα, επιχειρηματικότητα, απασχολησιμότητα, κόστος κ.λπ., αλλά και να τις αναπτύξει, να τις τυποποιήσει περισσότερο, να τις μετρήσει και να τις ελέγξει, ώστε να διαμορφώσει τον σημερινό εργαζόμενο με εργασιακές προδιαγραφές 19ου αιώνα και παραγωγικές δυνάμεις 21ου αιώνα!

Τα επικοινωνιακά πυροτεχνήματα

Λιγότερα μαθήματα, ερευνητικές εργασίες, ελεύθερος χρόνος! Αυτά είναι, μαζί με τις χιλιοπαιγμένες υποσχετικές, τα νέα συνθήματα του υπουργείου Παιδείας για το «νέο Λύκειο». Να επισημάνουμε βεβαίως ότι το υπουργείο Παιδείας είναι άσος στις ταχυδακτυλουργίες. Η μείωση των μαθημάτων έγινε, τουλάχιστον σε ένα μέρος, με την παλιά διαφήμιση των σαμπουάν (2 σε 1, 3 σε 1 κ.λπ.).

Πήρε τρία φιλολογικά μαθήματα (Αρχαία, Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία) που διδάσκονται στο σημερινό Λύκειο 9 ώρες και τα «βάφτισε» ένα με τις ίδιες ώρες. Πήρε άλλα τρία μαθήματα (Φυσική, Χημεία και Βιολογία) και τα «βάφτισε» πάλι ένα.

Να πούμε, βέβαια, ότι τα τελευταία πολλά χρόνια υπήρχαν πλήθος μαθήματα στο Λύκειο και αυτό δεν ήταν ό,τι καλύτερο, καθώς δεν πατούσε σε κάποια πραγματική ανάγκη των μαθητών, αλλά σε άλλες «ανάγκες». Ωστόσο το κύριο ζήτημα δεν είναι τόσο τα λιγότερα ή τα περισσότερα μαθήματα που διδάσκεται ένας μαθητής, αλλά η κατεύθυνση, τα περιεχόμενα μάθησης, η ποιότητα των διδακτικών εγχειριδίων, οι τρόποι διδασκαλίας και προπάντων οι επιδιώξεις της.

Όσον αφορά στην υποσχετική για περισσότερο ελεύθερο χρόνο των μαθητών, αυτό μόνο πικρό γέλιο μπορεί να προκαλέσει. Η διάρθρωση του «νέου Λυκείου» και οι νέοι όροι πρόσβασης στα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ μετατρέπουν το «νέο Λύκειο» σε μαραθώνιο πολλών εμποδίων και εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς ότι αυτή η κατάσταση είναι το έδαφος που λιπαίνει την εξαφάνιση του ελεύθερου χρόνου.

ΤΟ ΝΕΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ Α’ ΤΑΞΗ ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ



Μάθημα

Ώρες


Ελληνική Γλώσσα (*1)

Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία

5

Νέα Ελληνική Γλώσσα

2


Νέα Ελληνική Λογοτεχνία

2


Θρησκευτικά

2


Ιστορία

2


Μαθηματικά (*2)

Άλγεβρα

2

Γεωμετρία

3


Ξένη Γλώσσα

3


Φυσικές Επιστήμες (*3)

Φυσική

3

Χημεία

2


Βιολογία

1


Φυσική Αγωγή

2


Ερευνητική Εργασία (Project)

3


Σύνολο

32


1. Ενιαίο μάθημα με τρεις κλάδους: α) Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία, β) Νέα Ελληνική Γλώσσα και γ) Νέα Ελληνική Λογοτεχνία.

2. Ενιαίο μάθημα με δύο κλάδους: α) Άλγεβρα και β) Γεωμετρία.

3. Ενιαίο μάθημα με τρεις κλάδους: α) Φυσική, β) Χημεία και γ) Βιολογία.



Να το ξεκαθαρίσουμε κι ας μην υπάρχει καμιά αυταπάτη: Αυτό που θα αντιμετωπίσουν πρώτα οι μαθητές τον Σεπτέμβριο θα είναι ένα φθηνό Λύκειο, με περισσότερους μαθητές στην τάξη, χωρίς Πρόσθετη Διδακτική Στήριξη (ΠΔΣ), με εκπαιδευτικούς πιεσμένους από τη μείωση των μισθών και τη δραματική αλλαγή των εργασιακών τους σχέσεων, χωρίς νέα βιβλία, με εξαιρετικά περιορισμένες λειτουργικές δαπάνες και με ένα ωρολόγιο πρόγραμμα υποταγμένο πλήρως στο νέο σύστημα εισαγωγής που ψώνισε το υπουργείο Παιδείας από τα καλάθια προσφορών των χρησιμοποιημένων και χιλιοαποτυχημένων συστημάτων πρόσβασης.

Το «νέο Λύκειο» αποτελεί μια βαθμίδα δεμένη απ' τον λαιμό με την πρώιμη εξειδίκευση, τη βαθμοθηρία, την παραπαιδεία, την εισαγωγή στην τριτοβάθμια.

Το «Νέο Λύκειο» ήρθε ως ένα νέο, κλωνοποιημένο υβρίδιο, μια νέα καλλιέργεια σε φτωχό, αλίπαστο, κακοπαθημένο, αποαζωτοποιημένο έδαφος:

* καλλικρατικές συγχωνεύσεις, υποβιβασμοί και λουκέτα στα σχολεία,

* διάλυση 50 εκπαιδευτικών οργανισμών, ανάμεσα στους οποίους ο ΟΣΚ και ο ΟΕΔΒ (με παραχώρηση του ψηφιακού βιβλίου στην ιδιωτική πρωτοβουλία μετά από κοινοτική επιδότηση),

* απόλυτη ελαστικοποίηση στις εργασιακές σχέσεις των εκπαιδευτικών (αναπληρωτές κανονικού ωραρίου, αναπληρωτές μειωμένου, ωρομίσθιοι και ΕΣΠΑτζήδες,

* νέο διοικητικό μοντέλο του υπερδιευθυντή και του ισοπεδωμένου συλλόγου,

* καλλικρατική κατάτμηση του ενιαίου της εκπαίδευσης και "αποκέντρωση" του τύπου "βγάλτε τα πέρα μόνοι σας",

* δρομολογούμενη, στην πράξη πια, «αξιολόγηση» της σχολικής μονάδας και του εκπαιδευτικού,

* δραματική κατρακύλα του προϋπολογισμού για την παιδεία, από το 3,1% στο 2,7%.

Το "σχέδιο έρευνας"

Όσο για το λεγόμενο σχέδιο έρευνας, να το πούμε καθαρά: Δεν πρόκειται για μια αναγνώριση της ανάγκης διαφορετικής παιδαγωγικής προσέγγισης της γνώσης ώστε οι νέοι να αναζητούν, να ερευνούν και να ανακαλύπτουν, μέσα από ομαδική, κοινωνική δουλειά. Tο λιγότερο που έχουμε να πούμε είναι ότι δεν φυτρώνουν τριαντάφυλλα στο τσιμέντο και δεν έχει κανείς παρά να θυμηθεί τις «συνθετικές δημιουργικές εργασίες» που προέβλεπε ο αλήστου μνήμης Ν. Αρσένη.

Την ίδια ώρα που οι βιβλιοθήκες των σχολείων κλείνουν αντί να εμπλουτίζονται και η έρευνα έχει κηρύξει πτώχευση, το «σχέδιο έρευνας» θα καταντήσει είτε ένα γκουγκλάρισμα με copy paste είτε θα ανοίξει νέο κύκλο εργασιών στον κλάδο των project makers.

Τα χαρακτηριστικά

Το «νέο Λύκειο» είναι μια παραλλαγή του παλιού Κλασικού – Πρακτικού με στοιχεία δεσμών και του Εθνικού Απολυτηρίου που είχε εξαγγελθεί την περίοδο 1995-6. Ουσιαστικά έχουμε μια αναδιάταξη του ωρολογίου προγράμματος, ένα πακέτο προσθαφαίρεσης διδακτικών ωρών και «συγχωνεύσεις μαθημάτων», τα οποία, ανάμεσα σε άλλα, εξυπηρετούν το νέο σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Παράλληλα οι όροι και οι προϋποθέσεις εισαγωγής στα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ, παρόλο που ακόμη δεν έχουν αποτυπωθεί, "με το νι και με το σίγμα" από το υπουργείο Παιδείας, όχι μόνο δεν υπόσχονται άμβλυνση των φροντιστηρίων, αλλά αντίθετα λιπαίνουν το έδαφος για νέες αποικίες φροντιστηρίων.

Αυτό που κυρίως αμφισβητείται και υπονομεύεται είναι η γενική μόρφωση, με την έννοια ενός επαρκούς και συνεκτικού σώματος γνώσεων που θα παρέχει στον μαθητή τη δυνατότητα να κατανοεί την πολυπλοκότητα των προβλημάτων του φυσικού και του κοινωνικού περιβάλλοντος και να αντιμετωπίζει τις προκλήσεις του.

Και βέβαια η ανάγκη γενικής, συγκροτημένης γνώσης και η ισότητα ευκαιριών δεν αναφέρονται πια ούτε προσχηματικά ως περιεχόμενο του νέου σχολείου. Αντίθετα οι δείκτες της PISA (κατηγοριοποίηση με βάση δείκτες του ΟΟΣΑ) και η ανάγκη απόκτησης ενός αθροίσματος βασικών δεξιοτήτων γίνεται σημαία, κριτήριο, κεντρική κατεύθυνση.

Στο πλαίσιο αυτό οι επιτελείς του υπουργείου Παιδείας, με τα ευρωπαϊκά "σκονάκια" στα χέρια και με την υποτέλεια στο μυαλό, ως αναγκαία γενική γνώση παρουσιάζουν έναν «λιτό πυρήνα μαθημάτων», μια απομίμηση ενός στεγνού φροντιστηριακού προγράμματος, για την ανάπτυξη των βασικών δεξιοτήτων. Πρόκειται για την πλήρη προσαρμογή στις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου απαιτείται η γενική γνώση να είναι τόση και τέτοια, ώστε να είναι δυνατή η διά βίου κατάρτιση.

Αυτού του τύπου η "γενική γνώση" δεν έχει καμιά σχέση με τη συγκροτημένη, γενική γνώση που χρειάζεται σήμερα ο νέος άνθρωπος για να μπορεί να σταθεί εργασιακά, αξιακά, κοινωνικά και πολιτικά μέσα στις τεχνολογικές - επιστημονικές αλλαγές, στον καταιγισμό των πληροφοριών και στα αδιέξοδα της κρίσης.

Ουσιαστικά η νέα δομή του Λυκείου, υπηρετώντας κατά βάση τις απαιτήσεις του συστήματος πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και όχι την πρωταρχικής σημασίας απαίτηση για επαρκή και συνεκτική γενική μόρφωση - δικαίωμα κάθε παιδιού, θα οδηγήσει τελικά τη διεύρυνση των μορφωτικών ανισοτήτων σε βάρος των πιο αδικημένων.